Λογοκρισία ή Ρατσισμός;

Συνέβη κάτι ασύλληπτο σήμερα.

Καθώς «περιπλανιόμουν» ανάμεσα σε πολλά blogs, το μάτι μου κοντοστάθηκε σε ένα blog. Φαινόταν να το έχει γράψει κάποιος νέος σε ηλικία, με πολλούς προβληματισμούς αλλά αρκετά προχωρημένος σε απόψεις και ιδέες.

Αποφάσισα να αφήσω comment και να προσθέσω το συγκεκριμένο άτομο και στη λίστα επαφών του msn μου. Θεώρησα ενδιαφέρον το ενδεχόμενο συζητήσεων και αναλύσεων μαζί του. Ήθελα πολύ να ακούσω την άποψή του για διάφορα θέματα. Και έτσι έπραξα.

Ενώ μιλούσαμε, λοιπόν, στο msn μου εξηγούσε ότι υπάρχουν ανώνυμοι bloggers που αφήνουν «κακεντρεχή» σχόλια στο blog. Προσπάθησα να του εξηγήσω ότι αυτό δεν είναι κάτι κακό και ότι στην κριτική ικανότητα του αναγνώστη επαφίεται το να κρίνει και να κρατήσει όσα σχόλια θεωρεί άξια προσοχής.

Η απάντηση δυστυχώς που πήρα, μεταξύ άλλων, περιείχε και τα εξής: «Θα σε πείραζε αν διέγραφα το σχόλιο σου; Για να μην υπάρξουν κακεντρεχή σχόλια, επειδή είσαι γκέυ. Είναι πολλοί οι κακοί που θα πουν ότι κι εγώ είμαι γκέυ»

Θα αποφύγω να χορέψω σε τεντωμένο σχοινί και να προσπαθήσω να κάνω μια υπόθεση για το άτομο που θα έλεγε κάτι τέτοιο, γι’ αυτό θα αρκεστώ μόνο στο να σχολιάσω αυτό που με έκπληξή μου διάβασα.

Πόσο οικτρό θα ήταν το να υπάρξει κάποιο αρνητικό σχόλιο απέναντι μου, απλά και μόνο γιατί είμαι γκέυ. Δεν είμαι δολοφόνος. Δεν είμαι εγκληματίας. Γκέυ είμαι. Έχω διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό (δεν θα ξεδιπλώσω όλο το αντιομοφοβικό μου ντελίριο τώρα). Για να είμαι μάλιστα ειλικρινής, είναι πολύ λίγοι αυτοί που θα έκαναν άσχημα σχόλια για τη σεξουαλική μου ταυτότητα. Και (από προσωπική εμπειρία) έχω διαπιστώσει πως είναι οι ίδιοι που θα ενοχλούνταν αν «ο κόσμος» γνώριζε ότι συναναστρέφονται έναν γκέυ.

Είναι η πρώτη φορά που λογοκρίνομαι. Δε μου έχει τύχει ξανά παρόμοιο περιστατικό και οφείλω να ομολογήσω ότι με σόκαρε λίγο. Ακόμα και στην προσωπική μου ζωή έχω εκμυστηρευθεί την «ιδιαιτερότητά» μου σε πολλά άτομα και μιλάω ελεύθερα, δίχως να τυγχάνω λογοκρισίας από κανέναν. Ίσως γιατί τα άτομα που επέλεξα να γνωρίζουν για μένα είναι άτομα που δίνουν προσοχή στο περιεχόμενο όσων λέω και όχι στο ότι τα λέει ένας γκέυ. Ίσως γιατί τα άτομα αυτά προσέχουν πως συμπεριφέρομαι απέναντι τους και όχι από το τι κάνω στο κρεβάτι μου. Ίσως γιατί είχα την εντύπωση πως ο κόσμος γύρω μου έχει αρχίσει να αλλάζει και πως είναι λίγα τα άτομα που φοβούνται τους ανθρώπους.

Ίσως τελικά να κάνω και λάθος. Το γεγονός ότι εγώ είμαι γκέυ ίσως να φοβίζει. Δεν μπορώ να φανταστώ κάποιον βάσιμο λόγο, αλλά πολλά μπορεί να πλάσει ο ανθρώπινος νους. Περιβάλλον, εκπαίδευση, κοινωνικά πρότυπα, υποδαυλιζόμενος ρατσισμός για την εξυπηρέτηση κοινωνικών συμφερόντων... Και πάλι η απάντησή μου είναι «δεν γνωρίζω». Ίσως κάτι από όλα αυτά, ίσως και όλα μαζί, ίσως και άλλα περισσότερα...

Εν κατακλείδι, το comment το διέγραψα για λόγους ευθιξίας. Το post όμως αυτό θέλω να παραμείνει για πολύ καιρό. Να μου θυμίζει ότι αν η νεολαία της χώρας αυτής είναι τόσο πίσω, τότε -μάλλον- έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας ακόμα...


Έναν χάρτη, παρακαλώ...


Τους τα είπε έξω απ' τα δόντια! Μπράβο κοπέλα μου!

Ξεχασμένο στη σκόνη

Κάτι που είχα γράψει πριν από χρόνια, όταν ακόμα ανακάλυπτα την ταυτότητά μου:






Κι όμως καθόμουν μονάχος κι έκλαιγα,
Στη βροχή εκείνη που πλημμύριζε τα όνειρα μου τα παιδικά,
Τα πρόσωπα από το άλμπουμ το οικογενειακό, τώρα ξένα κι απόμακρα
Κι εκείνοι που η αγάπη τους με στήριζε, τώρα πονάνε το μέσα μου

Η ζωή μου με αρχή το ψέμα
Και το τέλος της, άγνωστο και ψεύτικο κι αυτό
Μήτρα φόβου με γέννησε
Και το στόμα μου ασφάλισε, παθητικά για πάντα

Η επανάσταση, λέξη άγνωστη από της ζωής το βιβλίο
Και ο κλεφτοπόλεμος, παιχνίδι ανάσας ζωτικής
Εκείνοι που αγάπησα, με κλαίνε
Κι όσους πόνεσα, τώρα με πονάνε περισσότερο

Το λάθος με βασίλευε
Και κάθε μου σωστό, έσβηνε στη σκιά παλιών σφαλμάτων
Υποσχέσεις, υποχρεώσεις και όνειρα, για μια ζωή που ποτέ δε θα γίνει δική μου
Μια ζωή που μου όρισαν να ζήσω, να αρχίσω και να τελειώσω, γιατί πρέπει

Μια αλήθεια, τόσο μακρινή, είναι εδώ
Μια αγάπη, που τα πως και τα γιατί του κόσμου θα πεθάνουν
Μια ζωή κρυμμένη στη σκιά του ψέματος
Και οι φίλοι, θεμέλια στην άμμο

Ποια αλήθεια είναι πιο αληθινή απ’ όλες;
Και πιο ψέμα πιο μεγάλο;
Ποια αγάπη συγχωρεί πιο εύκολα;
Και ποια απόρριψη οδηγεί στη λήθη;

Η αλήθεια, λένε, πονάει. Όμως δεν λένε ποιον
Η αποκάλυψη τυφλώνει. Όπως και το μίσος
Μια ζωή μέσα στην άλλη
Να ζητά αυτά που είναι δικά της

Ένα προσωπείο για τον κόσμο
Να κρύβει την ασχήμια του άνθους της ψυχής μου
Κι ένα προσωπείο για μένα
Να κρύβει τα δάκρυα μου σε χαμόγελα ευτυχίας

Με το βλέμμα στο θεό, κοιτάζω μόνο την κρυψώνα του
Στη φωλιά του απομονωμένος, πίσω από τα αστέρια
Χαμογελάει κουνώντας των γραμμένων τα ζάρια
Κι η εγκατάλειψη πνίγει κάθε μου ανάσα

Θέλω να βγω και να φωνάξω
Να λουστώ στα δάκρυα μου τα λυτρωτικά
Να σπάσω κάθε αλυσίδα που πίσω με κρατά
Να φύγω, να χαθώ

Όμως η αδυναμία είναι πιο δυνατή από τη θέληση
Και η συνήθεια, αρρώστια ανίατη
Ο φόβος, σύμμαχος κι εχθρός
Στον ιστό του με έχει φυλακίσει

Αναπολώντας το τώρα

Κάθομαι στο σπίτι. Μόνος. Σπαταλάω το χρόνο μου, τις λίγες ώρες που μου έμειναν πριν αρχίσω το «σκληροπυρηνικό» διάβασμα.

Κάνω το λάθος και βάζω ένα τραγούδι στην playlist. Σκέφτομαι…

Σκέφτομαι πως θα είμαι μετά από χρόνια. Όταν η φοιτητική ζωή θα έχει τελειώσει. Όταν τους στόχους που τώρα βλέπω μεγάλους και ακατόρθωτους, θα τους έχω επιτύχει. Όταν πλέον θα έχω τελειώσει κάθε μορφής εκπαίδευση, θα παίρνω το μισθό μου, θα έχω το αυτοκίνητο και το σπίτι το δικό μου. Όταν θα έχω όσους φίλους θα έχουν μείνει και τους καινούριους που θα έχω αποκτήσει. Όταν θα έχω το σκύλο μου.

Σκέφτομαι πως θα είναι το σπίτι μου. Θα προτιμούσα μια μονοκατοικία, με αυλή και κήπο και ένα γκαράζ για το αυτοκίνητο. Μια μονοκατοικία που απέξω θα έχει πηλιορείτικο στυλ και μέσα θα είναι η προσωποποίηση του industrial τρόπου ζωής. Μέταλλο και γυαλί. Προϊόντα τεχνολογίας, gadgets, οικολογικά σχεδιασμένο. Το παλατάκι που ονειρεύομαι.

Με φαντάζομαι να φοράω μια λεπτή φόρμα και να κάθομαι στο γραφείο που θα είναι δίπλα σε ένα από τα μεγάλα παράθυρα, πάνω από σημειώσεις και βιβλία, με το σκύλο να μου γλύφει τα δάχτυλα του ποδιού παρακαλώντας για λίγες αγκαλίτσες.

Με φαντάζομαι να σηκώνομαι, να βάζω ζεστό καφέ στην παλιά την κούπα, να ανάβω τσιγάρο και να σηκώνω το ακουστικό του τηλεφώνου. Παίρνω τηλέφωνο τον (πολλά χρόνια κολλητό μου) Ά. Μαθαίνω από τον τηλεφωνητή πως έχει πάει με το (επίσης επί πολλά χρόνια) αγόρι του διακοπές. «Τις είχαν ανάγκη και οι δυο τους» σκέφτομαι και κατεβάζω το ακουστικό. Με τον καφέ στο χέρι, σηκώνομαι και πηγαίνω προς το cd-player. Ακούω ένα όμορφο τραγουδάκι. Κάτι ήρεμο και με ωραίο στίχο.

Επιστρέφω πίσω στον καναπέ και παίρνω για άλλη μια φορά το ακουστικό του τηλεφώνου. Αυτή τη φορά θα ψάξω την Λ. Είμαι σίγουρος πως δε θα είναι (ως συνήθως) στην Ελλάδα, αλλά έχω ανάγκη να την ακούσω. Έχουμε καιρό να τα πούμε. …καλεί… το σηκώνει… «Μανάρι μου! Τι έκπληξη ήταν αυτή! Δυστυχώς θα πρέπει να σε αφήσω… Δεν μπορώ να μιλήσω! Είμαι σε ένα συνέδριο στο Μαρόκο με τον Jonathan (ο Άγγλο-Γερμανός σύζυγός της). Θα σε πάρω εγώ κάποια στιγμή. Σε φιλώ γλυκά»

Το ακουστικό γλιστράει επάνω στη βάση του τηλεφώνου. Κοιτάζω γύρω μου. Κοιτάζω όσα κατάφερα να αποκτήσω. Όλα όσα δούλεψα και κατάφερα να τα κάνω δικά μου. Κοιτάζω την υλική υπόσταση των κόπων μου. Κοιτάζω και αναπολώ:

…όταν ακόμα ήμουν φοιτητής ήθελα να τα αποκτήσω όλα αυτά! Διάβαζα, αλλά παράλληλα περνούσα όσο πιο καλά μπορούσα! Έβγαινα, διασκέδαζα, έκανα σεξ, έκανα τρέλες, γελούσα. Έκανα και μια-δύο προσπάθειες να ερωτευτώ, αλλά αποδείχθηκαν μια μεγάλη αποτυχία. Θυμάμαι που αναγνώριζα το πόσο δύσκολο είναι να βρεις κάποιον να σε αγαπήσει και γι’ αυτό είχα ορκιστεί στον εαυτό μου πως θα αφιερωθώ στο λειτούργημά μου. Πως θα γίνω ο καλύτερος. Ελπίζοντας πως έτσι θα καλύψω τα κενά. Αλλά τότε δε φοβόμουν ακόμα! Πάντα ήταν κάποιος δίπλα μου. Γονείς, φίλοι, συμφοιτητές, παρέες, γκόμενοι… Ποτέ δεν ένιωσα μόνος! Περνούσα πολύ ωραία!


Για μια ακόμα φορά ο σκύλος μου γλύφει το πόδι και με γυρίζει πίσω στην πραγματικότητα. Κοιτάζω ξανά γύρω μου. Έχω χτίσει ένα παλάτι. Ένα σπίτι φτιαγμένο για δύο ανθρώπους. Ένα παλάτι που του λείπει ο βασιλιάς. Ακόμα και ο κρεβάτι μου είναι διπλό, αλλά κοιμάμαι μόνος. Έχω χτίσει μια ζωή, με πολύ κόπο, αλλά δεν υπάρχει κάποιος να την μοιραστώ πραγματικά.

Ρουφάω άλλη μια γουλιά από τον καφέ. Είναι πικρός. Πρώτη φορά είναι τόσο πικρός. Πάντα σκέτο τον έπινα, αλλά αυτή τη φορά είναι πιο πικρός από ποτέ! Πάντα ονειρευόμουν να ξυπνάω το πρωί, να πηγαίνω στο σαλόνι και να βλέπω το αγόρι μου, κουλουριασμένο στον καναπέ να χαζεύει τις πρωινές ειδήσεις με την κούπα του καφέ στο χέρι. Κι εγώ να κουλουριάζομαι γύρω του και να χαζεύω τα μάτια του. Και η μυρωδιά του σκέτου καφέ να δένει αυτό το σκηνικό. Να μετατρέπει αυτή τη γλυκιά ρουτίνα σε ευτυχία.


Αναπολώ ξανά… θυμάμαι τότε, όταν ήμουν νέος ακόμα, που στις βραδινές προσευχές μου παρακαλούσα για το αγόρι που θα έρθει και θα μου ζητήσει να μείνει δίπλα μου για πάντα… θυμάμαι πως φοβόμουν ότι δε θα έβρισκα ποτέ αυτό το παιδί ή κι αν το έβρισκα, δε θα ήξερα πώς να το κρατήσω… Πίνω λίγο ακόμα καφέ…


Κι όμως είναι πικρός… πιο πικρός από ποτέ…


Gone!

Και να που το καλοκαίρι τελείωσε!

Τι να θυμηθώ πρώτο και τι να αφήσω πίσω, να λιώσει στα ζεστά καζάνια της χαράς και της λήθης αυτού του καλοκαιριού;

Αν έπρεπε να χρησιμοποιήσω δύο φράσεις για να περιγράψω όσα συνέβησαν αυτό το καλοκαίρι, θα έλεγα ίσως πρώτο ένα γνωμικό που έχω ακούσει: «Την πρώτη ευκαιρία τη δικαιούται κι από το Θεό. Τη δεύτερη από άνθρωπο. Την τρίτη, από μ*λ*κ*». Kαι σαν δεύτερο ότι η εργασιοθεραπεία δεν κάνει μόνο θαύματα για να προχωρήσεις μπροστά, αλλά βοηθάει και στο να ανακαλύψεις ποιος είναι ο πραγματικός σου έρωτας. Και για μένα αυτός αποδείχθηκε η δουλειά μου!


Ας γίνω λίγο πιο συγκεκριμένος:
Το παραμύθι που είχαμε με τον Γ. δυστυχώς δεν τελείωσε με το «ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», αλλά με το «έφυγε το πριγκιπόπουλο με τον στρατηγό της φρουράς». Τελικά τα ψέματα όχι μόνο υπήρχαν, αλλά ίσως να ήταν και πολύ περισσότερα από τις αλήθειες που αυτό το άτομο κατάφερε ποτέ να μου πει.

Δυστυχώς, στους δύο, τρίτος δε χωρεί. Και όταν προσπαθήσεις να τον χωρέσεις, το μόνο που καταφέρνεις είναι να πιέζεις τόσο πολύ τον άλλο, που να τον κάνεις να πονάει αφάνταστα. Το αίσθημα αυτό του πνιγμού, της ανάγκης για ανάσα, για λίγη αλήθεια και λίγο φως το ένιωθα και ας μην ήθελα να πιστέψω το γιατί.

Τελικά το έμαθα. Ίσως με έναν τρόπο που σε κάποια άλλη στιγμή να χλεύαζα και να θεωρούσα πράξη μιαρή. Κι όμως έπρεπε να το κάνω. Έπρεπε να ανασάνω κι ας άφηνα την αξιοπρέπεια μου να βουλιάξει… Έψαξα το κινητό του… και τέλος! Η σταχτοπούτα επέλεξε να είναι δίπλα στις στάχτες της. Τις στάχτες που πλέον δεν ήταν από τα ξύλα, αλλά από την καρδιά της.

Θρήνησα. Έκλαψα. Πόνεσα. Χάθηκα και ξαναβρέθηκα. Είχα δύο επιλογές: Να κλειστώ στον εαυτό μου και να παλέψω με τους δαίμονες μου σε έναν άνισο αγώνα ή να ασχοληθώ με κάτι που θα βοηθούσε να κάνω κτήση της λήθης όσα συνέβησαν.
Επέλεξα το δεύτερο.


Αφιέρωσα το καλοκαίρι μου στο νοσοκομείο. Επέλεξα να κάνω εθελοντική εργασία στο νοσοκομείο του τόπου μου για περισσότερο από ένα μήνα. Με πρόγραμμα αυστηρό και απαιτητικό. Επέλεξα να περνάω πάνω από εικοσιτέσσερις ώρες μέσα στο νοσοκομείο και να βοηθώ όπως μπορώ ώστε να απαλύνεται ο πόνος των άλλων ανθρώπων. Επέλεξα να υποβάλω το σώμα μου στην υπερκόπωση και το μυαλό μου στη συνεχή εργασία, μήπως και η καρδιά μου βρει χρόνο να ξεκουραστεί. Και πραγματικά συνέβη το «θαύμα». Αφενός, κάθε φορά που έβλεπα κάποιον να φεύγει χαμογελαστός, άνοιγε και μια μικρή χαραμάδα στο μαύρο που σκέπαζε τα πάντα μέσα μου και άφηνε λίγο φως να περάσει. Αφετέρου αγάπησα περισσότερο από ποτέ αυτό που επέλεξα να κάνω στη ζωή μου. Το ερωτεύτηκα. Πωρώθηκα!


Ίσως να έχασα τις διακοπές. Ίσως να μην πήγα κάποιο ταξίδι. Ίσως να μην «το έκαψα» μέσα στο καλοκαίρι. Έκανα όμως κάτι που έχτισε μέσα μου πράγματα που κράτησαν και θα κρατήσουν. Αγάπησα ξανά εμένα. Αγάπησα τη «δουλειά» μου και τους ανθρώπους και έκανα καινούριους φίλους.


Οπότε να ‘μαι πάλι. Πίσω στη Λάρισα, αγκαλιά με τα βιβλία και τα μαθήματά μου. Αγκαλιά με τους φίλους και τους ανθρώπους που γνωρίζω πως με αγαπούν και δε θα με προδώσουν τόσο εύκολα!

Back to the basics

[σημείωση: πριν το διαβάσεις, διάβασε το post Η Αγάπη]


Ο Γ. είναι ένα άτομο που με είχε κάνει να πιστέψω ότι χτίζουμε μαζί αυτήν την πυραμίδα πάνω στην οποία μπορούμε να στηρίξουμε τη λέξη «αγάπη». Έδειχνε να έχει και τα τέσσερα χαρακτηριστικά που στη δική μου κοσμοθεωρία σμίγουν και πλάθουν αυτήν την πανέμορφη δημιουργία που αποκαλείται «αγάπη».


Χθες το βράδυ όμως διαπίστωσα κάτι φρικτό. Μιλούσαμε (όπως κάθε βράδυ) από το τηλέφωνο, όταν διαπίστωσα πως μου λέει ψέματα. Συγκεκριμένα δύο. Το ένα από αυτά είχε γενέθλιο ημέρα στις 10 Ιουλίου και απλά δε δεχόμουν να το παραδεχτώ (αν και σαν σκέψη είχε ωριμάσει πολύ νωρίς μπέσα στο μυαλό μου) και το άλλο ήταν δημιούργημα εκείνης της στιγμής.

Σημασία δεν έχει ούτε το περιεχόμενο, ούτε η σοβαρότητα των δύο αυτών ψεμάτων. Σημασία -για μένα- έχει ο λόγος ύπαρξής τους. Το γεγονός, δηλαδή, ότι ο Γ. δεν μπορεί να είναι ειλικρινής απέναντι μου. Δεδομένου, μάλιστα, ότι από τα πρώτα πράγματα που τον άφησα να μάθει για μένα είναι ότι το ψέμα αποτελεί το αιχμηρότερο εγχειρίδιο και μπορεί να με πληγώσει βαθειά. Εκεί που φυλάσσω τα πιο απόκρυφα και δυνατά μου συναισθήματα.


Με αφορμή, λοιπόν, αυτό και αφού κλείσαμε το ακουστικό, βυθίστηκα σε μια δίνη σκέψεων, με τη συνοδεία βότκας και τσιγάρων (είχα πολύ καιρό να πιω). Και οι σκέψεις που έκανα με οδήγησαν στο φρικαλέο συμπέρασμα. Το «οικοδόμημα της αγάπης» είχε καταρρεύσει!


Ακολούθησε το συλλογισμό μου εκείνες τις στιγμές:

1. Αρκετές μέρες τώρα ο Γ. έδειχνε να έχει χάσει την επιθυμία να βρίσκεται δίπλα μου. Αν και θα μπορούσε να προσαρμόσει έτσι το πρόγραμμα του ώστε να βρεθούμε πριν φύγω από Λάρισα (όπως θα έκανε κάποιος που πραγματικά εννοεί το «μου λείπεις»), περιορίστηκε μόνο στο να προτείνει καλοκαιρινά ταξίδια, τη στιγμή, μάλιστα, που γνώριζε πως για διάφορους λόγους αυτό θα ήταν από πολύ δύσκολο, έως αδύνατο για μένα. Ή -επί παραδείγματι- προτάσεις για «συγκατοίκηση» στο σπίτι του, μέσα στο καλοκαίρι, «απούσης της μητρός». Που τελικά κι αυτό αποδείχθηκε «πρόταση» (όταν αποφάσισα να το δεχτώ) και ίσως τίποτα παραπάνω.
Αν επέλεγα να σκεφτώ ακόμα πιο «πονηρά» (και λόγο για να το κάνω θα δεις παρακάτω πως έχω) θα μπορούσα να το θεωρήσω ως μια «εκ του ασφαλούς δικαιολογία». Επέλεξα να μην το κάνω όμως.
Το θέμα είναι πως ένιωθα ότι η κορυφή της πυραμίδας είχε αρχίσει να ραγίζει, αν όχι να κατακρημνίζεται.

2. Ενδιαφέρον. Το ενδιαφέρον περιλαμβάνει -μεταξύ άλλων- και την έγνοια του να είναι καλά και να αισθάνεται καλά ο άλλος. Δυστυχώς, δεν περιορίζεται μόνο σε συγνώμες και υποσχέσεις για αλλαγή, μετά από γεγονότα που στεναχωρούν, πληγώνουν, πονάνε. Αντίθετα, έγκειται κυρίως στην προσπάθεια για αποφυγή αυτών.
Τις τελευταίες όμως μέρες (για διάφορους λόγους και με ποικίλες αφορμές) περιοριστήκαμε στο πρώτο. Στην αλλεπάλληλη παράθεση «απολογιών» και υποσχέσεων ότι τα νοσηρά γεγονότα που τις προκάλεσαν, δε θα επαναληφθούν.
Το «προτελευταίο σκαλί» της πυραμίδας έμοιαζε κι αυτό σαθρό.

3. Σεβασμός. Πράξεις υποτιμητικές (όπως το απότομο κλείσιμο του τηλεφώνου) ή φράσεις ταυτόσημες της απεχθούς λέξης «σκάσε» (που για μένα αποτελεί κόκκινο πανί) έκαναν την εμφάνισή τους, διαβρώνοντας την πεποίθηση που ήθελα να τρέφω, ότι αντιμετωπίζομαι με σεβασμό. Τουλάχιστον ως ανθρώπινο ων, πόσο μάλλον και ως κάτι περισσότερο.
Το επίπεδο πριν τη θεμέλια βάση της πυραμίδας άρχισε να εκλείπει.

4. Ειλικρίνεια. Το μοναδικό πράγμα που απαίτησα, απαιτώ και θα απαιτώ από τον εαυτό μου και τους ανθρώπους γύρω μου. Ίσως και να είναι υστερική αυτή μου η εμμονή με την ειλικρίνεια, αλλά την θεωρώ ακρογωνιαίο λίθο για οποιαδήποτε ανθρώπινη σχέση και έχω μιλήσει -ήδη- αρκετές φορές γι’ αυτήν.
Η ειλικρίνεια, λοιπόν, έμοιαζε να είναι απούσα κι αυτή. Το διαισθανόμουν. Προσπαθούσα να το εκφράσω, πρώτα στον εαυτό μου και μετά στον Γ.. Οι σκέψεις μου το φώναζαν, αλλά η καρδιά μου αρνούνταν πεισματικά να το πιστέψει. Μέχρι που αναγκάστηκα να εκμαιεύσω τις απαντήσεις που επιβεβαίωσαν ό,τι απευχόμουν.
Ο Γ. δεν μπορούσε να είναι ειλικρινής μαζί μου.


Έκανα όλες αυτές τις σκέψεις, σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, με μόνο φως που με καθοδηγούσε στην αναζήτηση του ποτηριού με το λυτρωτικό αλκοόλ, να προέρχεται από την άκρη του τσιγάρου που δεν έσβηνε ποτέ (φάνταζε ραβδί μαγικό, ικανό να βάλει σε τάξη όσα σκόρπια το μυαλό έπλαθε). Κάνοντας, λοιπόν, αυτές τις σκέψεις, έβλεπα την πυραμίδα να καταρρέει μπροστά μου και μετέωρη να μένει μια λέξη στο κενό. Μια λέξη που άλλοτε έλαμπε και τώρα έμοιαζε ξεθωριασμένη, σαν να ήταν απλώς βαμμένη με χρυσόσκονη, που την ξέπλυναν τα δάκρυα.

Τρομοκρατήθηκα. Όχι τόσο για τη διαπίστωση που έκανα. Περισσότερο για το ότι άφηνα τον εαυτό μου να «αγνοεί» τα προειδοποιητικά «STOP». Για το ότι άργησα να βάλω τις σκέψεις μου στη σειρά. Άργησα να διαπιστώσω όσα έβλεπα να γίνονται γύρω μου.
Τρομοκρατήθηκα γιατί ήταν σα να βλέπω αυτό που προσπαθούσα να χτίσω με τον Γ. να γυρίζει προς τα πίσω. Σαν να πάτησε κάποιος το rewind σε μια ταινία που η πλοκή είχε φτάσει σε τέλμα και την «γυρνούσε στην αρχή» πριν την επιστρέψει απογοητευμένος στο σκονισμένο ράφι του video-club της γειτονιάς.


Για μια ακόμα φορά -ενσυνείδητα αυτή τη φορά και αγνοώντας την πιθανότητα να ξανακάνω παλιά λάθη- αποφάσισα να κλείσω τα μάτια και να κάνω τη βουτιά στο κενό. Ελπίδα μου είναι να μπορέσω να πιάσω στον αέρα -πριν πέσει και σπάσει σε χίλια κομμάτια, μικρά δάκρυα- αυτήν τη λέξη, πριν χαθεί. Και να αρχίσω την «αναστύλωση» των θεμελίων της.

Back to the basics, λοιπόν, ευχόμενος αυτήν τη φορά να χτίσω κάτι πιο σταθερό. Γιατί από μικρός είχα πιστέψει στην ιστορία ότι ο Φοίνικας αναγεννάται από τις στάχτες του.


Πόσες φορές, όμως, αντέχει μια καρδιά να τις καρφώσουν την ταμπέλα «Καμένη Γη»; Δεν το ξέρω. Θα προσπαθήσω όμως, όσο θα βλέπω λουλουδάκια να ανθίζουν μέσα από τα αποκαΐδια. Ακόμα κι αν είναι από εκείνα τα αγριολούλουδα που μεγαλώνουν μόνα τους χωρίς κανείς, ποτέ να δει τη λαμπρή φορεσιά τους, ή -χειρότερα- κάποιοι «ασυνείδητοι» ποδοπατούν (ακούγομαι σαν τη Ματίνα Μανταρινάκη; Ναι! Και, περίπου, το ίδιο απελπισμένος νιώθω).

Θα συνεχίσω. Με πιο προσεκτικό, όμως, και φοβισμένο βήμα.


Άκουσέ το... Πρόσεξέ το... [lyrics]


Αφιερωμένο...

Αφιερωμένο στα λάθη που έκανα και ποτέ δεν κατάφερα να διορθώσω.

Αφιερωμένο στον πόνο που προκάλεσα και ποτέ δεν κατάφερα να απαλύνω.

Αφιερωμένο σε όσα έχασα και ποτέ δεν διεκδίκησα ξανά.

Αφιερωμένο σε όσα θέλησα και ποτέ δεν κατάφερα να κρατήσω δικά μου.

Αφιερωμένο σε ό,τι αγάπησα και εγκατέλειψα για να μην το καταστρέψω.

Αφιερωμένο σε ό,τι εγκατέλειψα και τώρα δεν μπορώ να επιστρέψω.

Αφιερωμένο στα μαθήματα που άργησα να μάθω.

Αφιερωμένο στο ἦν, στο ἐστί, στο ἒσται...





Dido - White Flag

I know you think that I shouldn't still love you,
Or tell you that.
But if I didn't say it, well I'd still have felt it
where's the sense in that?

I promise I'm not trying to make your life harder
Or return to where we were

I will go down with this ship
And I won't put my hands up and surrender
There will be no white flag above my door
I'm in love and always will be

I know I left too much mess and
destruction to come back again
And I caused nothing but trouble
I understand if you can't talk to me again
And if you live by the rules of "it's over"
then I'm sure that that makes sense

I will go down with this ship
And I won't put my hands up and surrender
There will be no white flag above my door
I'm in love and always will be

And when we meet
Which I'm sure we will
All that was there
Will be there still
I'll let it pass
And hold my tongue
And you will think
That I've moved on....

I will go down with this ship
And I won't put my hands up and surrender
There will be no white flag above my door
I'm in love and always will be

I will go down with this ship
And I won't put my hands up and surrender
There will be no white flag above my door
I'm in love and always will be

I will go down with this ship
And I won't put my hands up and surrender
There will be no white flag above my door
I'm in love and always will be

Η Αγάπη

Με αφορμή ένα σοβαρό τσακωμό με τον Γ., κάθισα χθες το βράδυ, μόνος στο σπίτι και σκεφτόμουν τι σημαίνει για μένα η λέξη «αγάπη».

Δεν ήταν εύκολο να δώσω έναν ορισμό. Περνούσαν από το μυαλό μου φράσεις που έχουν πει κατά καιρούς διάφοροι, συναισθήματα που έχω νιώσει και εικόνες από στιγμές που έχω ζήσει. Έπρεπε όλα αυτά να τα βάλω σε μία τάξη.

Πήρα λοιπόν τα τσιγάρα και το τασάκι, ξάπλωσα και άφησα το μυαλό μου να κουραστεί…

Κατέληξα ότι δεν μπορώ να την ορίσω. Μπορώ να προσδιορίσω όσα -για μένα- χρειάζεται να υπάρχουν ώστε να την νιώσω. Κάτι σαν πυραμίδα που στην κορυφή, βασίλισσα φτιαγμένη από χρυσό είναι η αγάπη και από κάτω υπάρχουν τέσσερα διαφορετικά, απλά και καθόλου φανταχτερά στοιχεία που στηρίζουν το θρόνο της και χτίζουν από τα θεμέλια ως την κορυφή αυτό το «οικοδόμημα»:


1. Ειλικρίνεια
Απέναντι στον εαυτό σου και στον άλλο.
Να μπορείς να συζητάς ειλικρινά με τον εαυτό σου, κάνοντας την αυτοκριτική σου και αναγνωρίζοντας το ποιος είσαι, τι θέλεις, τι σκέφτεσαι, τι ελπίζεις, τι φοβάσαι, τι περιμένεις, τι απαιτείς. Είναι πολύ σημαντικό να μπορείς να μιλάς ειλικρινά στον εαυτό σου, γιατί δείχνει ότι έχεις καταφέρει να ξεπεράσεις τους εσωτερικούς σου φόβους και τα taboo και έχεις γνωρίσει το πραγματικό σου «εγώ».
Να μπορείς να λες στον άλλο πάντα την αλήθεια. Είτε είναι όμορφη ή άσχημη. Δίνοντας του έτσι τη δυνατότητα να σε γνωρίσει. Να μάθει τα θετικά και τα αρνητικά σου. Να είναι προετοιμασμένος για το ποιον επιλέγει να έχει δίπλα του. Να μπορείς να παραδέχεσαι τις πράξεις και τις σκέψεις σου, ώστε να νιώθει ο άλλος την ασφάλεια ότι δε θα τον περιμένει μια απρόσμενη έκπληξη στη γωνία, να του αλλάξει την εικόνα που σχηματίζει για σένα και να του γκρεμίσει όσα ήλπιζε και σχεδίαζε.
Έχω ξαναμιλήσει για την ειλικρίνεια, σε άλλο μου post. Οπότε δε θα πω περισσότερα τώρα.

2. Σεβασμός
Μία αξία που δεν αποτελεί θεμέλιο λίθο μόνο για την αγάπη, αλλά σχεδόν για κάθε κοινωνική σχέση.
Να μπορείς να θεωρείς τον άλλο ισάξιο σου. Ως άνθρωπος που έχει την αξιοπρέπεια του και δεν έχει κανείς δικαίωμα να του τη μειώνει ή -χειρότερα- να του την αφαιρεί. Είτε ως συνομιλητή, είτε ως συνάνθρωπο, είτε ως τον άνθρωπο που επιλέγεις δίπλα σου. Να μπορείς να δέχεσαι όσα σου λέει και όσα κάνει, ακόμα κι αν δε συμφωνείς με αυτά. Να μπορείς να μην τον προσβάλεις με σκέψεις, λόγια ή πράξεις, αλλά να του δείχνεις τη διαφωνία σου, συμμεριζόμενος ακόμα και την αδυναμία του να καταλάβει το μέρος σου.
Να μπορείς να σέβεσαι, πέρα από τις απόψεις του, τον τρόπο ζωής του, το χρόνο του, τις επιλογές που έχει κάνει και τον χαρακτηρίζουν, χωρίς να προσδίδεις a priori «ταμπελίτσες» που ίσως τον θίγουν. Άλλωστε όλοι κάνουμε τις επιλογές μας και κάποιες από αυτές δεν είναι «άγιες». Όλοι έχουμε επιλέξει να κάνουμε κάποια λάθη και δε θα θέλαμε να τα χρησιμοποιούν εναντίον μας.
Ωστόσο το σημαντικότερο στο σεβασμό είναι να εφαρμόζεις αυτό που από μικροί μαθαίναμε στο σχολείο «μην κάνεις στον άλλο, αυτό που δε θέλεις να σου κάνουν».
Και λογικό είναι ο σεβασμός να μην μπορεί να αναπτυχθεί σε έδαφος που προηγουμένως δεν έχει καλλιεργηθεί η ειλικρίνεια. Πέρα από το αυτονόητο, ότι ένα ψέμα είναι απόδειξη πως δε σέβεσαι κάποιον, το να μην μπορείς να είσαι απόλυτα ειλικρινής σε κάποιον δείχνει ότι δεν τον θεωρείς ικανό και άξιο όσο ο «εαυτούλης» σου να δεχθεί και να κρατήσει την αλήθεια που αποκρύπτεις.
Δεν μπορείς να πεις ότι σέβεσαι κάποιον, αν δεν είσαι -πρώτα- ειλικρινής μαζί του.

3. Ενδιαφέρον
Ξεκινά από το απλό ενδιαφέρον («πώς είσαι», «τι κάνεις», «πώς τα πέρασες») και προοδευτικά αναπτύσσεται στο ενδιαφέρον για ολόκληρη τη ζωή του άλλου. Ενδιαφέρον για την υγεία του, τη διάθεση του, τα σχέδια του, τους φόβους και τις ελπίδες του. Ενδιαφέρον για οποιαδήποτε πτυχή της ζωής του. Ενδιαφέρον να μοιραστείς τις πτυχές αυτές και να συμμετέχεις σε όσες τα φτερά σου, σου επιτρέπουν να ανοιχτείς. Ενδιαφέρον που να μην περιορίζεται σε λέξεις, αλλά σε πράξεις. Χαρά για το καλό, θλίψη για το άσχημο. Προσπάθεια να πολλαπλασιάσεις τα χαμόγελα σε όμορφες στιγμές και προσπάθεια να στεγνώσεις τα δάκρυα σε άσχημες στιγμές. Ενδιαφέρον πηγαίο και αληθινό.
Και απαραίτητο για την ύπαρξη του ενδιαφέροντος είναι ο σεβασμός. Προσωπικά μου φαντάζει αδιανόητο να επικαλεστεί κάποιος ενδιαφέρον για ένα άτομο το οποίο δε σέβεται. Πέρα από ειρωνικό είναι και απόλυτα αντιφατικό.

4. Επιθυμία
Η επιθυμία να βρίσκεσαι με τον άλλο. Να θέλεις να τον βλέπεις χαρούμενο από τα λόγια και τα «έργα» σου. Να θέλεις να ξέρεις ότι είναι καλά και ότι περνάει καλά. Και ότι σε όλα αυτά μερίδιο «ευθύνης» (μεγάλο ή μικρό) έχεις κι εσύ.
Η επιθυμία να τον αγγίζεις, να τον βλέπεις, να τον νιώθεις, να του μιλάς, να τον φροντίζεις. Να είναι η «καλημέρα» σου πριν τον πρωινό καφέ και η «καληνύχτα» πριν κλείσεις τα μάτια και αγκαλιάσεις το μαξιλάρι.
Και φυσικά η επιθυμία ανθίζει μόνο με το νερό του ενδιαφέροντος. Αλλιώς μετατρέπεται σε «χυδαία, χοϊκή έλξη» και εγωιστικό «θέλω».


Συνειδητοποίησα ότι στις σχέσεις μου μέχρι τώρα προσπαθούσα να ακολουθήσω ένα-ένα τα βήματα αυτά. Να χτίζω τα θεμέλια πάνω στα οποία θα έδινα υλική μορφή στα όνειρά μου. Και διαπίστωσα επίσης πως όσες φορές κατέρρευσε το όνειρο, ήταν γιατί βιάστηκα και προχώρησα, χωρίς να βεβαιωθώ για τη σταθερότητα των προηγούμενων «σκαλιών».

Ελπίζω αυτή τη φορά να φερθώ πιο συνετά. Για μένα και για εκείνον.


Για το μωρό μου


Κι ένα post αφιερωμένο στον Γ. μου!

I miss you... I need you...


Σκέφτομαι πριν φύγω...

Και ξαφνικά η εξεταστική τελειώνει! Πάει και η τελευταία δικαιολογία που με κρατούσε στη Λάρισα...

Οι φίλοι μου, ένας-ένας μαζεύουν την «πραμάτια» τους και εγκαταλείπουν το «καυτόν άστυ» (σ.σ. Λάρισα) αφήνοντας πίσω εμένα να συμμαζέψω τα σπασμένα του χειμώνα, να ξεσκονίσω τις λαδιές που κάναμε, να αλλάξω σεντόνια για το Σεπτέμβριο που θα επιστρέψουμε, να κλειδώσω τα όμορφα και άσχημα που σημάδεψαν τη χρονιά που πέρασε και να φύγω κι εγώ με τη σειρά μου.

Κλειδοκράτορας ή τελευταίος ξεχασμένος; Όποιος από τους δύο χαρακτηρισμούς κι αν με αντιπροσωπεύει, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Χαιρετάω σιγά-σιγά τους φίλους και αρχίζω να γεμίζω τις βαλίτσες μου. Και τι να βάλω μέσα; Να βάλω τα βιβλία μου που θα με συντροφεύουν όλο το καλοκαίρι; Να βάλω κανένα μαγιό μήπως και ο θεός Ποσειδώνας θυμηθεί ότι έχουμε καιρό να τα πούμε και με καλέσει για κανένα tea-party; Να βάλω τα ωραία μου τα βραδινά για καμιά «πονηρή» βολτίτσα; Να βάλω τα πρόχειρα για ένα ήσυχο καλοκαίρι στο χωριό παρέα με τις κοτούλες και τα προβατάκια και να τους αναλύω την ανθρώπινη φυσιολογία; Να βάλω τη φωτογραφία του καλού μου που θα τον ξαναδώ -καλά να είμαστε- μετά τον δεκαπενταύγουστο;

Τα σχέδια μου για το καλοκαίρι που έρχεται ήταν τελείως διαφορετικά! Προγραμμάτιζα να μείνω στη Λάρισα και να διαβάσω μέχρι τέλη Ιουλίου (ναι λοιπόν! Υπάρχουν άνθρωποι που αντέχουν τις θερμοκρασίες της ερήμου) και αρχές Αυγούστου να πάω κανένα ταξιδάκι με τον καλό μου.

Λίγο όμως κάποια απρογραμμάτιστα γεγονότα, λίγο τα οικονομικά μου που αποφάσισαν να με κρεμάσουν (είμαι κι εγώ όμως! Παιδί για σπίτι! Δεν προνόησα να κάνω ένα κομποδεματάκι), λίγο τα μαθήματα που δεν κατάφερα να δώσω σε αυτήν την εξεταστική και αθροίστηκαν με τα μαθήματα του Σεπτεμβρίου. Πολύ θέλει ο άνθρωπος για να πάρει το δρόμο προς την «μητρική αγκαλιά» και τις σπιτικές ανέσεις; Που για ποια αγκαλιά μιλάμε; Μουρμούρα τύπου seven-video-net είναι (24/7), αλλά όπως και να το κάνουμε και το κλιματιστικούλι μου θα το έχω και τα καθαρά μου τα ρουχαλάκια και ένα ψυγείο που θα γεμίζει ως δια μαγείας χωρίς να χρειάζεται να τρέχω κάθε τόσο και να παριστάνω τον σκεπτόμενο άνθρωπο μπροστά στα ράφια του σούπερ μάρκετ.

Κάθε καλοκαίρι, όμως, γίνεται όλο και πιο δύσκολο. Κι αυτό γιατί κάθε καλοκαίρι με φέρνει όλο και πιο κοντά στο οριστικό «αντίο» προς τα φιλαράκια μου. Βλέπεις η παρέα μου είναι σχεδόν εξολοκλήρου από άλλη σχολή. Και όταν αυτοί θα παίρνουν πτυχίο, εγώ ακόμα θα είμαι στα «μισά» και το πτυχίο μου μόνο με κιάλια θα το βλέπω, κάπου χαμένο ανάμεσα σε εξεταστικές, καλοκαίρια γεμάτα διάβασμα και χειμώνες γεμάτους τρέξιμο και υποχρεώσεις.

Και το ξέρω πως δεν τα πάω καλά με τους αποχωρισμούς. Ακόμα θυμάμαι το κλάμα που έριξα όταν αποχαιρετίσαμε τον έναν κολλητό [ήμασταν το «τρίο μπελ-κάν’το – όλα τα κάναμε :-)]. Το ξέρω πως το επόμενο καλοκαίρι θα κρύβει και τον τελευταίο αποχαιρετισμό για κάποια από τα παιδιά που μοιράζομαι την καθημερινότητα -και όχι μόνο- μαζί τους. Τα παιδιά που με έχουν δει να κλαίω, που με έχουν κάνει να γελάσω, που με έχουν εκνευρίσει και τα έχω εκνευρίσει. Που έχουμε τσακωθεί και μετά ξαναγαπηθεί.

Πόσο πολύ ήθελα να τελειώσει αυτό το εξάμηνο και να έρθει το καλοκαίρι. Γιατί τώρα το φοβάμαι; Γιατί με τρομοκρατεί αυτή η αλλαγή στις συνήθειες τις καθημερινότητας; Αφού το ξέρω πως θα είναι μόνο για ένα μήνα.
Παραλογίζομαι; Ίσως. Αλλά τους αγαπώ και θα μου λείψουν.

Και το αγόρι μου; Πού το πας αυτό το θέμα; Το αγόρι μου πότε θα το ξαναδώ; Προγραμματίζαμε να πάμε μαζί διακοπές, αλλά δυστυχώς... Μου έχει ήδη λείψει πάρα πολύ. Τουλάχιστον τώρα μιλάμε ελεύθερα στο τηλέφωνο. Όταν πάω στην «μητρική θαλπωρή» πώς θα μιλάω μαζί του, που θα έχω την Μαμά-Λαμπίρη πάνω από το ακουστικό να αποκρυπτογραφεί και να ελέγχει κάθε μου τηλεφώνημα; Πώς να της δικαιολογήσεις το «κι εγώ...» στο τέλος του τηλεφωνήματος, χωρίς να της πεις ψέματα;

Αυτά κι άλλα πολλά σκέφτομαι και έχω πέσει λίγο σήμερα.

Αύριο το προτελευταίο και την Πέμπτη το τελευταίο μάθημα. Και μετά, ο Θεός, βοηθός!

Anamorphosée

Διάβαζα ένα post στο blog του γλυκού μου του Apsoy και άκουσα ένα τραγουδάκι που είχα καιρό να ακούσω… το "Laisse le vent emporter tout" της Mylene Farmer από τη συλλογή που έβγαλέ το 1995, "Anamorphosee".

«Δεν έχω ιδέα τι λένε οι στίχοι...» έγραψε ο Apsoy, γι’ αυτό και προσπάθησα να κάνω μια όσο το δυνατόν καλύτερη μετάφραση των στίχων!

Το τραγούδι είναι απολαυστικό... άκουσέ το...





[FR]
Laisse le vent emporter tout

Mais tout ce qui s'est passé
Glisse à côté
Comme l'eau sur les joues
Rester comme ça attaché
Quand l'autre a quitté

Et tous ces mots qu'on a dit
Mots qu'on a fuit
Où sont ils allés
Rester comme ça attaché
Ne peut rien changer
Alors va

Je laisse le vent emporter tout
Laisse le vent prendre soin de tout
Je laisse le vent emporter tout
Laisse le vent prendre soin de tout

Je t'ai rêvé homme sans pied
Dieu ou névé
Ou comme un bruit doux
Là j'irai bien te chercher
J'ai tellement changé

Mais tout ce qui s'est passé
Glisse à côté
Comme l'eau sur les joues
Quand je t'ai pris par la main
C'était un matin
Bien

Je laisse le vent emporter tout
Laisse le vent prendre soin de tout
Je laisse le vent emporter tout
Laisse le vent prendre soin de nous


[GR]
Laisse le vent emporter tout
(Άφησε τον άνεμο να παρασύρει τα πάντα)

Κι όμως ό,τι έχει γίνει
Γλιστρά στη γωνία
Σαν το νερό στα μάγουλα
Μείνε έτσι, προσκολλημένος
Όταν ο άλλος έχει εγκαταλείψει

Κι όλα όσα έχουμε πει
Λέξεις που μας διέφυγαν
Που έχουν πάει;
Μείνε έτσι, προσκολλημένος
Μην μπορώντας τίποτα να αλλάξεις
Εμπρός, λοιπόν

Αφήνω τον άνεμο να παρασύρει τα πάντα
Άφησε τον άνεμο να τα γιατρέψει όλα
Αφήνω τον άνεμο να παρασύρει τα πάντα
Άφησε τον άνεμο να τα γιατρέψει όλα

Σε ονειρεύτηκα άντρα δίχως πόδια
Θεό ή “névé”
Ή σαν ήχος απαλός
Εκεί θα πηγαίνω για να σε ψάχνω
Έχω αλλάξει εντελώς

Κι όμως ό,τι έχει γίνει
Γλιστρά στη γωνία
Σαν το νερό στα μάγουλα
Όταν σε κράτησα από το χέρι
Ήταν ένα πρωινό
Καλώς

Αφήνω τον άνεμο να παρασύρει τα πάντα
Άφησε τον άνεμο να τα γιατρέψει όλα
Αφήνω τον άνεμο να παρασύρει τα πάντα
Άφησε τον άνεμο να μας γιατρέψει

Sultanlar aşkına

Κοίταξε...!

Άκουσε...!

Διάβασε...!



[EN]

For Sultan’s Sake

All the story starts like a fairy tale
Ages got old in Constantinapole
Which is the city of finished loves
A light is on and never put out

He dreams in his room alone
He asks his heart who he is in this world
He looks for the eternity in the blue waters
Stars in the sky shines for his this purpose

For sultan’s sake,wounded years
The song of castle walls,silent waves
Again waiting, loves and disappointed dreams
Castles are surrendered by the wind

This was a belief from the holy book
A mission left by the ancestors
Moon rises ,and shines again
Although the time is gone for constantinapole



[TR]
Sultanlar aşkına

Bir masal gibi başlar hikaye
Çağlar eskimiş konstantinapolde
Bitmiş aşkların sessiz şehrinde
Bir kandil yanar sönmez gecelerce

Hayaller kurar yalnız odasında
Kalbine sorar kimsin bu cihanda
Sonsuzu arar masmavi sularda
Gökte yıldızlar parlar bu uğurda

Sultanlar aşkına dilfigar yıllar
Surların şarkısı suskun dalgalar
Bekliyor yine aşklar küsmüş rüyalar
Rüzgarın ruhuna teslim hisarlar

Bir inançtı bu kudret kitabında
Bir görev bilir kalmış atalardan
Ay doğar yine parlar üzerinde
Solsa da zaman konstantinapolde.

[σημείωση: ευχαριστώ πολύ το Mert, ένα φίλο από Τουρκία, για τους στίχους και τη μετάφρασή τους]

Μαμά, πονάει ο λαιμός μου...

Οι τελευταίες μέρες με βρήκαν ξαπλωμένο σε ένα κρεβάτι να ψήνομαι στον πυρετό. Αρχικά στο σπίτι μου και αργότερα στην κλίνη ενός θαλάμου που ήταν μέρος κτηρίου-δωρεάς στο ΕΣΥ, που χτίσθηκε πριν ακόμα γεννηθεί η μητέρα μου.
Έπεσαν οι θερμοκρασίες και δεν άντεξα να αποχωριστώ αυτό το υπέροχο αίσθημα αποπνικτικής δυσφορίας. Οπότε αποφάσισα να πάθω μια αμυγδαλίτιδα, να ανεβάσω και ένα 40άρι, για να νιώσω ότι όλα εξακολουθούν να είναι το ίδιο αφόρητα.

Δευτέρα βράδυ, με δύο-τρεις ορούς στο χέρι μου, το θερμόμετρο να έχει κολλήσει ειρωνικά στο 39,8 κι εγώ να ψάχνω να βρω τρόπους να παρακάμψω τα κακτάκια που φύτρωσαν στο λαιμό, ώστε να πάρω τις απαραίτητες ποσότητες νερού (η επιδερμίδα χρειάζεται νερό για να είναι ενυδατωμένη και απαλή :P). Δεν βρίσκω τρόπο να σκοτώσω την ώρα μου, οπότε κρατάω ένα πρόχειρο, mini-blog στο κινητό μου. Το παραθέτω αυτούσιο:

«Ο απολογισμός μια νύχτας στο (τρελάδικο) νοσοκομείο:
1. 05.30 – ο πυρετός 39,8 και δεν υπάρχει κανένας να μου δώσει ένα γ*μ*-ponstan
2. σηκώνομαι με μετέωρο βήμα (το ένα πατάει εδώ και το άλλο στο περίπου υπολογίζει που και αν θα προσγειωθεί) να πάω στην τουαλέτα (αφού στο θάλαμο δεν υπήρχε – η κοντινότερη ήταν στο τέλος του διαδρόμου), ασυνόδευτος και συνειδητοποιώ πως οι αντρικές δεν έχουν ούτε –έστω- ένα καρφί (δεν περίμενα να βρω ειδικό άγκιστρο) για τον ορό μου. Πάω στις γυναικείες (είχα προηγουμένως εντοπίσει ένα τσιγκελάκι εκεί). «μήπως με πήραν χαμπάρι;», σκέφτομαι.
3. επιστρέφω στο θάλαμό μου. Αποφασίζω να δω λίγη τηλεόραση. Προσπαθώ να ανασηκώσω το κρεβάτι... «ποιο απ’ όλα αυτά τα σιδερικά που κρέμονται από κάτω κάνει αυτό που θέλω;»... Προσπαθώ. Δεν εγκαταλείπω. Προσπαθώ. Τελικά εγκαταλείπω! Κανένα δε λειτουργεί. Άκυρο θα μείνω ξαπλωμένος.»

Σήμερα δε μου φαίνονται και τόσο τραγικά όλα αυτά. Ούτε το πρωινό ξύπνημα στις 6 για την θερμομέτρηση και την ενδομυική στον ποπό (αχ... ακόμα πονάει λιγάκι), ούτε οι επιθέσεις στο κυλικείο (δεν κατηγορώ τη μαγείρισσα. Απλά εγώ δεν τρώω τραχανά με βραστά λαχανικά και κρεμμύδια), ούτε το τσιγάρο στα μουλωχτά, πίσω, στο κρυφό μπαλκονάκι, με τον Δ. που νοσηλευόταν δίπλα.

Ίσως μάλιστα να μου έλειψαν και λίγο (πόσο ιδρυματισμένος είμαι πια;) τα καλαμπουράκια με τις νοσηλεύτριες και τα mini-μαθήματα ΩΡΛ από τους θεράποντες γιατρούς μου.

Πάντως -κακά τα ψέματα- την υγειά μας να έχουμε και να την προσέχουμε!

Υ.Γ.1. Την εικονίτσα παραπάνω, τη ζωγράφισα σε μια από τις πολλές στιγμές που η ανία έπιανε το στυλό και έβρισκε διέξοδο σε κάτι επιδέσμους που μου έφεραν να χρησιμοποιήσω για κομπρέσες...
Υ.Γ.2.Το τραγουδάκι άσχετο. Αλλά το σιγοσφύριζα συνεχώς στο νοσοκομείο, σαν κατάδικος που σκοτώνει την ώρα του...


«Εντάξει νινί μου;»

Με πήρε τηλέφωνο σήμερα ένας φίλος, ο Α. Δεν ήταν καλά. Τον άφησα να μου πει τι συνέβη…

«Μπήκα χτες το βράδυ στο σπίτι. Ήταν εκεί (το αγόρι του), γιατί τα φώτα ήταν ανοιχτά. Πήγα προς το δωμάτιο μας. Προσπάθησα να κάνω όσο το δυνατόν λιγότερο θόρυβο, γιατί ήταν αργά και δεν ήθελα να τον ξυπνήσω. Πριν ανοίξω την πόρτα, κοντοστάθηκα. Τον άκουσα που μιλούσε στο τηλέφωνο και δεν ήθελα να τον τρομάξω. Τον άκουσα: «Καληνύχτα! Θα τα πούμε αύριο! Εντάξει νινί μου;» Άκουσα καλά; Μήπως δεν άκουσα σωστά; Μήπως είπε κάτι άλλο;»

Και κάπως έτσι κατέρρευσε μπροστά του ένα παλάτι που είχε χτίσει. Ούτε από τη ριπή ενός ανέμου, ούτε από το κτύπημα ενός κεραυνού. Κατέρρευσε από μια απλή φράση «νινί μου». Αυτή η τόσο όμορφη φράση που άλλες φορές τον έκανε να νιώθει ότι πετάει στα ουράνια, τώρα του έδενε αλυσίδες σιδερένιες, σκουριασμένες από τα δάκρυα που θα ακολουθήσουν. Τον κρατούσε τόσο δυνατά στη γη που ένιωθε πως δεν είχε πλέον ανάστημα. Πως ήταν ένα με τη θεμέλια ουσία αυτού του κόσμου. Ένα με το νεκρό χώμα.

Πώς μπορεί μια λέξη να μας δημιουργήσει τόσα πολλά συναισθήματα! Πώς μπορεί μια κατάσταση να μας δημιουργήσει τόσα πολλά συναισθήματα! Πώς μπορεί ένας άνθρωπος να μας δημιουργήσει τόσα πολλά συναισθήματα! Πώς μπορεί ένα ψέμα να μας δημιουργήσει τόσα πολλά συναισθήματα!

Περισσότερο ή λιγότερο όλοι μας επιλέγουμε το ψέμα. Άλλοι απλά κλείνουμε τα μάτια και δε θέλουμε να το δούμε και άλλοι απλά το δημιουργούμε γύρω μας για να κρύψουμε τις ανομίες μας. Πάντως κάποια στιγμή στη ζωή μας όλοι έχουμε περάσει και από τις δύο καταστάσεις.

Γιατί όμως να κλείσεις τα μάτια και να ορμήσεις με φόρα πάνω σε ένα σκληρό, πέτρινο τοίχο; Πάνω στο ψέμα.
Γιατί έχουμε την ανάγκη να νιώθουμε πως μας σκέφτονται. Πως μας νοιάζονται. Πως μας αγαπούν. Και όταν τα πράγματα γύρω μας ουρλιάζουν πως αυτό παύει να ισχύει, όταν οι καταστάσεις τσιρίζουν μέσα στο μυαλό μας, εμείς απλά κλείνουμε μάτια και αυτιά, κάνουμε το σταυρό μας και τρέχουμε! Τρέχουμε με φόρα να γλιτώσουμε από τη λογική που τριβολίζει το μυαλό και ορμάμε στο ψέμα.
Η αλήθεια πονάει. Πονάει τόσο που επιλέγουμε να πληγωθούμε μόνοι μας κι ας ανοίξουμε πληγές που θα αργήσουν περισσότερο να γιατρευτούν. Κερδίζουμε χρόνο. Χρόνο για να προετοιμαστούμε για τον πόνο. Λες και μπορούμε να το κάνουμε. Χτίζουμε τείχη προστατευτικά γύρω μας, φτιαγμένα από την πιο λεπτοφυή και σαθρή ουσία που έπλασε η φύση. Το ψέμα. Και όταν τα τείχη αυτά προσβληθούν από την αλήθεια -που αργά ή γρήγορα θα έρθει-, πονάμε.
Είναι άραγε τόσο κουτό όσο ακούγεται; Ίσως! Το σίγουρο είναι πως κάποιες φορές είναι η μόνη λύση. Όταν κάποιες στιγμές έχεις τόσο μεγάλη ανάγκη να έχεις δίπλα σου κάποιον. Κάποιον άλλο πέρα από τον σκληρό καθρέφτη που βλέπει μόνο τα πάθη και τα λάθη σου, τότε ίσως και να επιλέξεις το ψέμα. Όπιο. Ναρκωτικό. Καταπραϋντικό. Εθιστικό. Σκληρό. Κακό. Βίαιο. Κι όμως τόσο γλυκό. Τόσο γλυκό που καμιά φορά μας μεθάει η γεύση του και ξεχνάμε ότι είναι ψεύτικο.

Από την άλλη, για ποιο λόγο να κρύψεις τις ανομίες σου; Για ποιο λόγο να φτιάξεις ένα διάφανο κουκούλι από ψέμα και να τις φυλάξεις μέσα; Αφού το ξέρεις πως αργά η γρήγορα θα αποκαλυφθούν. Και, κατ’ αρχάς, για ποιο λόγο να κρύψεις αυτό που συνειδητά κάνεις; «για να μην πληγώσω τον άλλο» «για να του το πω όταν είμαι έτοιμος» «δεν είμαι σίγουρος» «ίσως να κάνω λάθος»
Ποιον προσπαθείς να κοροϊδέψεις; Αν όχι τον ίδιο σου τον εαυτό, τότε ποιον; Αν υπήρξε λόγος να δημιουργηθεί ένα ψέμα, ο λόγος αυτός μάλλον είναι πολύ δυνατός ώστε να αφήνει μέσα μας αμφιβολίες.
Η φράση που κάποτε άκουσα από μια φίλη «όταν τα έκανε δεν ντρεπόταν;» κρύβει μια μεγάλη ποσότητα αλήθειας μέσα της. Για ποιο λόγο να δημιουργήσουμε ένα ψέμα; Αν όλα μέσα μας έχουν τελειώσει, τότε ποιος ο λόγος να συνεχίζουμε να κατοικούμε στο ίδιο κάστρο. Τη στιγμή μάλιστα που εμείς οι ίδιοι οπλίζουμε τους πολιορκητικούς στρατούς γύρω του με όπλα δυνατά, όπως το ψέμα;
Κι αν, έχουμε μετανιώσει για μια στιγμή αδυναμίας, τότε ποιος ο λόγος να δημιουργήσουμε ένα ψέμα, αντί να παραδεχτούμε το λάθος μας και να δεχτούμε τις συνέπειες. Σχεδόν πάντα είναι από πριν γνωστές και αποτελούν μέρος τις διαδικασίας λήψης της απόφασης.

Τελικά ο Α. επέλεξε να μην κλείσει τα μάτια! Επέλεξε να πονέσει, αλλά να πάρει αυτό που του άξιζε. Μια εξήγηση κι ένα τέλος. Ένα τέλος που σηματοδοτεί μια νέα αρχή. Πτωχή σε ψέματα και πλούσια σε ανακαλύψεις, εμπειρίες και ταξίδι στην αναζήτηση.

Γλυκέ μου Α, σου αφιερώνω το τραγούδι που άκουγα όσο έγραφα αυτό το post.

Αλαλούμ

Πρωινό ξύπνημα στις 14.30. Σηκώνομαι, δοντάκια, ματάκια, λίγο σαπούνι προσώπου. Μετά κουζίνα, ποτήρι, μια κουταλιά καφέ σε λίγο νερό, «βζζζζζζζζζ», πάγος και νερό. Κάθομαι για την πρωινή μου ενημέρωση στο internet. Ξύπνησα και ένιωθα τόσο ασφαλής. Όσα συνέβησαν τις τελευταίες μέρες είχαν φέρει τα πάνω κάτω μέσα μου και είχαν κάνει αυτήν την καθημερινή ρουτίνα να μοιάζει με «χαμένη αθωότητα».

Διαβάζω για αστυνομικούς που ξυλοφορτώνουν αλλοδαπούς και γυρίζουν βίντεο, επηρεασμένοι από τις Hollywood-ιανές υπερπαραγωγές.
Διαβάζω για άλλους αστυνομικούς που πυροβολούνται μεταξύ τους, γιατί οι συνάδελφοί τους τους έκλεψαν το σενάριο.
Διαβάζω για άρρωστους παπάδες, που νοσηλεύονται με βασιλικές ανέσεις και τους επισκέπτονται παγώνια με πλουμιστά φτερά, τη στιγμή που το ποίμνιο το οποίο «υπηρετούν» καρδιοχτυπά και …προσεύχεται να μη χρειαστεί να βρεθεί σε νοσοκομείο και καταλήξει παραπεταμένο σε κανένα ράντσο.
Διαβάζω για κόμματα, ψαλίδες και «λαϊκή ετυμηγορία» και νιώθω ότι η γνώμη μου έχει μεγαλύτερη αξία στην κάλπη μιας εταιρίας δημοσκοπήσεων παρά τη στιγμή που ασκώ τα «δημοκρατικά μου δικαιώματα».
Διαβάζω για υπουργούς και «μπράβους», που μένουν ελεύθεροι (είπαμε, τα διωκτικά όργανα είναι απασχολημένα με την κινηματογράφηση των υπερπαραγωγών τους).
Διαβάζω για παραδικαστικά κυκλώματα και γιατρούς που η «ηθική» τους δεν τους επιτρέπει να εκμεταλλευθούν το λειτούργημά τους και να πάρουν φακελάκια και γι’ αυτό το ρίχνουν στην τοκογλυφία.

Το βλέπω μόνο εγώ ή όλοι γύρω μου έχουν αρχίσει να τρελαίνονται; Μήπως η χαμένη αθωότητα στην οποία ήθελα να επιστρέψω με τον καφέ και το τσιγάρο, πίσω από την οθόνη του υπολογιστή, τελικά είναι ένα μεγάλο τσίρκο, με πρωταγωνιστή την ύπουλη κακία, την ατιμώρητη και επιτρεπόμενη διαφθορά; Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά; Πόσοι από τους πρωταγωνιστές όλων αυτών, την ώρα του σχολικού μαθήματος που μας έλεγαν «μην κάνεις στον άλλο ό,τι δε θέλεις να σου κάνουν» ήταν στις τουαλέτες και κάπνιζαν; Πόσο δύσκολο είναι να χτίσεις τα παλάτια σου, χωρίς να κλέβεις από τα παλάτια των άλλων;

Αρκετά διάβασα για σήμερα. Καλύτερα να βάλω ένα τραγουδάκι και να γυρίσω στον δικό μου κόσμο. Πες με ονειροπόλο. Πες με κουτό που δε θέλω να βλέπω την πραγματικότητα. Αλλά αν πρέπει να παίξω με τέτοιους κανόνες, τότε καλύτερα να μείνω εκτός παιχνιδιού.

Λίγο χώμα, παρακαλώ, να χώσω μέσα το κεφάλι μου και το κακό θα περάσει... Δε θα περάσει;









Έφυγε...

Πώς μπορεί ένα τηλεφώνημα να σου αλλάξει τον τρόπο που βλέπεις τη ζωή; Πώς μπορούν όσα μέχρι χθες θεωρούσες δεδομένα, να τα δεις να καταρρέουν μπροστά σου, καθρέφτης που ράγισε και έσπασε σε κομμάτια πάνω στο βρεγμένο χώμα της ψυχής;
«Έφυγε». Αυτή που χάρισε τα χρόνια της για να γίνει άντρας το παιδί, πλέον δεν είναι εδώ. Η εικόνα της, το άρωμά των μαλλιών της, τα τραχιά, δουλεμένα χέρια της, το απαλό της δέρμα. Η στρουμπουλή της μορφή που έφτιαχνε μια τεράστια αγκαλιά για όλα μου τα παιδικά γέλια και δάκρυα πλέον έχει φύγει.

[...]

Μπήκα στο σπίτι της. Μπήκα όπως έμπαινα πάντα. Όχι από την κεντρική πόρτα. Από πίσω, από την πόρτα της κουζίνας. Όπως τότε που ήμουν μικρός. Που έμπαινα, «έκλεβα» λίγο από το φρεσκομαγειρεμένο φαγητό και το ζεστό ζυμωτό ψωμί κι ένα-δύο από τα φοντάν που έλεγε πως έχει «κρυμμένα» στο ντουλάπι της, για τους επισκέπτες, αλλά πάντα γνώριζε και γνωρίζαμε πως ήταν για μας, για τα εγγόνια της. Μπήκα και η πρώτη εικόνα που αντίκρισα πλημμύρισε τα μάτια μου με δάκρυα.

Ένα κομμάτι καρό ύφασμα ήταν κρεμασμένο στον τοίχο, δίπλα στον πάγκο της κουζίνας. Ένα κομμάτι ύφασμα που δεν έβγαζε ποτέ από πάνω της αυτή η γυναίκα που συνεχώς είχε «κάτι να κάνει». Ήταν η ποδιά της. Η ποδιά που ήταν πάντα τυλιγμένη γύρω από τη μέση της και στις τσέπες της έκρυβε μικρά δωράκια, καραμελίτσες ή ψιλά «για να πάρεις ένα παγωτό», όπως συνήθιζε να μας λέει. Η ποδιά που χόρευε ρυθμικά γύρω της, στο ρυθμό του αργού, σταθερού, βαριού βήματός της.

Και τώρα στέκεται εκεί. Άψυχη, ακίνητη. Μετά από χρόνια, επιτέλους ξεκουράζεται. Επιτέλους δε χρειάζεται να ανέχεται τη μυρωδιά του φούρνου ή το άρωμα από τα λουλούδια του κήπου, που την χάιδευαν όταν η γυναίκα που τη φορούσε έσκυβε για να μαζέψει τα λαχανικά της ή να ξεχορταριάσει τα λουλούδια της.

Στεκόταν ακίνητη. Ξεκουράζεται. Μόνη της. Χωρίς ζωή. Πόσο θα παρακαλούσε κι αυτή να μπορούσε να χορέψει για μια τελευταία φορά στο ρυθμό της γυναίκας που τη φορούσε.

Δάκρυσα. Τα πάντα ήταν πολύ «αυστηρά» τακτοποιημένα εκεί μέσα. Έλλειπε η κατσαρόλα που άχνιζε και γέμιζε το δωμάτιο γεύσεις. Έλλειπε το αλεύρι που δεν προλάβαινε ποτέ να καθαρίσει από το τραπέζι, όταν άνοιγε τα φύλλα. Έλλειπε η φλόγα από την ξυλόσομπα, που πάντα είχε μια πίτα που «θέλει λίγο ακόμα».

Μόνο το καντηλάκι, πάνω από το ψυγείο, έριχνε το φως του στις εικονίτσες που το αγκάλιαζαν. Όλα τα υπόλοιπα δεν ήταν δικά της. Δεν ήταν όπως τα ήθελε και όπως τα είχε αυτή. Ακόμα και ο αέρας μύριζε διαφορετικά. Άδειος. Άγνωστος. Ξένος.

«Phoebus, έλα μην κλαις. Πάμε να την δεις…» άκουσα μια φωνή, κάπου πίσω μου. Γύρισα, αλλά δεν μπορούσα να διακρίνω ποιος ήταν. Τα δάκρυα είχαν θολώσει τα μάτια μου. «Πάμε γλυκέ μου. Μέσα είναι. Στο σαλόνι» είπε η φωνή της μεγαλύτερης από τις κόρες της και ένιωσα τα δάχτυλά της να τυλίγονται γύρω από το μπράτσο μου.

«Πρόσεξε το σκαλάκι». Όχι! Μην το λες αυτό! Δε θέλω να το προσέξω. Θέλω να σκοντάψω, όπως τότε που σκόνταφτα μικρός, επίτηδες και έβαζα τα κλάματα για να πάρω ένα από τα «δωράκια» που είχε στις τσέπες της, σαν «παρηγοριά».

Δε θέλω να προσέξω! Θέλω να σκοντάψω και τώρα. Επίτηδες πάλι. Και αυτή τη φορά να πονέσω και να κλάψω τόσο δυνατά, ώστε να με ακούσει. Να με ακούσει, μήπως και μπορέσω να την κάνω να έρθει ξανά τρέχοντας, να με σηκώσει και να με πάρει στην αγκαλιά της. Να μου φιλήσει το γόνατο και να μου δώσει το «δωράκι» μου.

«Πάμε γλυκέ μου» μου είπε καθώς με οδηγούσε μέσα από το δωμάτιο που ενώνει την κουζίνα με το σαλόνι. Το δωμάτιο που είχε τις φωτογραφίες της, το ακριβό το σερβίτσιο, τη ντουλάπα με τα «χειμωνιάτικα» και δύο κρεβάτια, πάντα στρωμένα για κάποιο από τα εγγόνια που θα έμενε εκεί το βράδυ.

Μύριζε κι αυτό διαφορετικά. Είχε χάσει το άρωμα της δροσερής πέτρας που είχε. Ο αέρας μύριζε καπνό, ζέστη και …θυμίαμα. Η πόρτα για το σαλόνι ήταν ακριβώς μπροστά μου. Κλειστή. «Άνοιξέ την». Τράβηξα χωρίς δύναμη το πόμολο. Άνοιξε! Γιατί άνοιξε; Δεν ήθελα να ανοίξει. Ποτέ δεν άνοιγε εύκολα. Γιατί άνοιξε τώρα που δεν το θέλω;

«Πάμε, αγόρι μου. Πάμε να την δεις και να σε δει». Πέρασα μέσα. Πέρασα χωρίς πρώτα να κρεμαστώ από την πόρτα, όπως παλιά, να χώσω το κεφάλι μου στο άνοιγμα και να φωνάξω δυνατά «γιαγιά!!» μήπως την τρομάξω και καταφέρω να την αποσπάσω από την ιεροτελεστία που έκανε κάθε βράδυ με το τσιγκελάκι και την κατάλευκη κλωστή. Απλά μπήκα μέσα. Και το κορίτσι μου ήταν εκεί! Στη μέση, ξαπλωμένη, με τόσα πολλά λουλούδια γύρω της. Με τα λουλούδια που τόσο αγαπούσε. Ήταν εκεί. Φορούσε το «ταγιεράκι το καλό», που το κρατούσε «φυλαγμένο για το πτυχίο μου και τους γάμους μας». Τα γκρίζα μαλλάκια της χτενισμένα, όπως την Κυριακή που πήγαινε στην εκκλησία. Ήταν εκεί. Γαλήνια, ήρεμη. Και γύρω της μορφές μαυροντυμένες, που με το κλάμα τους προσπαθούσαν να την ξυπνήσουν.

Έτρεξα. Βρέθηκα δίπλα της. Πήρα τα κρύα χέρια της μέσα στα δικά μου. Πλησίασα το πρόσωπό μου στο δικό της. «Πώς είναι το ποδαράκι σου σήμερα;». Πονούσε κάθε που άλλαζε ο καιρός και της είχα υποσχεθεί «να γίνω γιατρός να της το γιατρέψω». «Και να γίνεις γρήγορα! Πριν παντρευτεί ο ξάδερφός σου. Θέλω να χορέψω στο γάμο του», μου έλεγε κάθε φορά που με έβλεπε.

«Ήρθα, κορίτσι μου, αλλά σήμερα δε θα στρώσεις το τραπέζι να φάμε. Ένας κόμπος στο λαιμό με πνίγει και δε μ’ αφήνει να καταπιώ. Ήρθα να σε δω λίγο» . Τον τελευταίο καιρό την έβλεπα μόνο τόσο λίγο. «Μην προσπαθήσεις να μου μιλήσεις. Είναι σαν να σε ακούω να μου λες να διαβάζω και να φυλάγομαι, να τρώω και να ντύνομαι καλά. Μην προσπαθήσεις όμως να μου μιλήσεις. Κοιμήσου να ξεκουραστείς. Ο καρκίνος έκανε τις τελευταίες σου μέρες δύσκολες. Πονούσες, φοβόσουν. Ίσως και να ήξερες ότι πλησίαζε. Συγχώρεσέ με που δεν ήμουν εκεί, να σου πω να μη φοβάσαι, όπως τότε, όταν βγήκες από το χειρουργείο και σε περίμενα. Συγχώρεσέ με! Δεν ήξερα πόσο πολύ πονούσες και φοβόσουν τις τελευταίες δέκα μέρες. Κανείς δε μου το είπε, για να μην πληγωθώ.

»Όμως τώρα είμαι εδώ, γλυκιά μου. Είμαι εδώ για να σου πω πως σ’ αγαπώ και σ’ ευχαριστώ για τα χρόνια που μου χάρισες, για τα παραμύθια που μου έλεγες, για τα παιχνίδια που μου έμαθες, για τα δώρα και τα γλυκά που με κακομάθαινες να περιμένω. Σ’ ευχαριστώ που πίστευες σε μένα και περίμενες πολλά από μένα. Σ’ ευχαριστώ που εσύ μου έδωσες περισσότερα. Σ’ ευχαριστώ που μ’ αγαπάς. Κι εγώ σ’ αγαπώ!

»Να προσέχεις εκεί που θα πας τώρα, κορίτσι μου! Να προσέχεις, να μας θυμάσαι και να μας αγαπάς για πάντα»

Κι εμείς αυτό θα κάνουμε...

«Το πρωί με ξυπνάς απ’ τις έξι…»

«…ξυπνητήρι μικρό, σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ!», λένε σε ένα σουξεδάκι τους τα στρουμφάκια. Τι άχαρο και σκληρό να ξυπνάς από τόσο νωρίς. Ειδικά όταν είσαι λάτρης των ονείρων. Όταν κι εσύ - σαν άλλος κυρ-Αντώνης - μέσα από τα όνειρα σου περιμένεις να ξεχάσεις όσα σε κουράζουν. Όσα σε φθείρουν κάθε μέρα. Ένα όνειρο είναι πάντα μια ανανέωση.

Όταν είναι ευχάριστο, ξυπνάμε ευδιάθετοι, γεμάτοι ζωντάνια. Ανοίγουμε τα μάτια και λέμε από μέσα μας «σήμερα θα το κάνω πραγματικότητα». Κι ας γνωρίζουμε ότι λίγα μόνο όνειρα έχουν την μαγική ιδιότητα of coming true.

Όταν πάλι είναι εφιάλτης, μας ξυπνάει λαχανιασμένους και ιδρωμένους. Αλλά οι αισθήσεις μας είναι όλες σε εγρήγορση, έτοιμες να «πιάσουν» την παραμικρή υποψία συναισθήματος στον αέρα. Πόσο πολύτιμο είναι κι αυτό. Να νιώθεις. Να νιώθεις τα πάντα, σε όλη τους την έκταση. Ξεχνάμε να το κάνουμε συχνά αυτό.

Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που για άλλο λόγο μισούμε το ξυπνητήρι μας; Τι γίνεται στην περίπτωση που το προηγούμενο βράδυ, έχεις ρυθμίσει του ξυπνητήρι σου στις 07.00, για να μπορέσεις να σηκωθείς νωρίς, να ξυπνήσεις το αγόρι σου που πρέπει να πάει στη σχολή του κι εσύ να πρέπει να διαβάσεις για το μάθημα που δίνεις στις 13.00. Και ξαφνικά ανοίγεις τα μάτια και έχεις συνειδητοποιήσει ότι το ξυπνητήρι σου κουράστηκε κάθε πρωί να ακούει κατάρες και μουρμουρητά για το πόσο «άχαρο» και «σκληρό» είναι και αποφάσισε να σου χαρίσει μερικές ώρες ύπνου ακόμα, για να σε «καλοπιάσει». Ή τουλάχιστον έτσι λέει.

Γιατί η αλήθεια είναι ότι εσύ σαν «σκληρός» και «άκαρδος» αφέντης, το είχες τόσες μέρες/ μήνες να δουλεύει ακούραστο για σένα, να μετράει τις ώρες και τα λεπτά και δε νοιάστηκες να του αλλάξεις μια φορά την μπαταρία. Και ξαφνικά …απεργία!

Ένα ξυπνητήρι… με κάνει να σκεφτώ τόσα πολλά! Είμαι τόσο αχάριστος που έχω τη ζωή μου. Που έχω τις υποχρεώσεις μου, το άγχος μου, τη σχολή μου, τα «πρέπει» μου. Πόσες φορές ευχήθηκα από μέσα μου «να μπορούσα να πάω, έστω για λίγο στη Χώρα του Ποτέ, να ζήσω ξένοιαστος». Γιατί το έκανα; Γιατί είχα κουραστεί να τρέχω πίσω από ένα ξυπνητήρι που σαν κέρβερος του χρόνου και της ζωής μου διαφεντεύει όλη μου την ημέρα.

Κι όμως, το αγαπώ τόσο πολύ αυτό το μικρό μαύρο κουτάκι που κάθε πρωί βάζει τις τσιρίδες για να μου θυμίσει πως πρέπει να ζήσω στο εδώ και στο τώρα. Η ζωή μου είναι εδώ και όλα όσα «πρέπει» να κάνω είναι επιλογές μου για να χτίσω την επόμενη μέρα. Για να χτίσω όσα ποθώ και χρειάζομαι. Αυτό που πραγματικά «μισώ» είναι ο εαυτός μου! Που ζητάει τόσα πολλά από μένα! Που περιμένει τόσα πολλά από μένα! Που με αγαπά, όσο τον αγαπώ κι εγώ και θέλει το καλύτερο από μένα, για μένα!

Μικρό μου ξυπνητήρι, σήμερα κατάλαβα πόσο σε αγαπώ. Σου ακούγομαι χαζός, ε; Ένα δίποδο που λόγω της κακής του σχέσης με το χρόνο, σου κάνει μια αδέξια ερωτική εξομολόγηση. Όχι μικρό μου ξυπνητήρι! Σε αγαπώ γιατί είσαι απλά το καμπανάκι που μου θυμίζει πως θέλω να κάνω τόσα στη ζωή μου και πως μόνο αν προσπαθήσω όσο χρειάζεται θα τα καταφέρω!

Είσαι τόσο μικρούλη κι όμως κλείνεις μέσα σου τόσο μεγάλα γεγονότα της ζωής μου. Θυμάσαι εκείνο το πρωί που με ξύπνησες για να δώσω το τελευταίο μάθημα των πανελληνίων; Τότε ήσουν η μετάβασή μου σε μια άλλη ζωή. Μη μου πεις πως ξεχνάς το πρωί που ήσουν χωμένο σε μια κατσαρόλα και με ξύπνησες για να προλάβω το αεροπλάνο για Amsterdam; Ήσουν το διαβατήριο μου. Ή τα πρωινά που σου έχω δώσει ρεπό, γιατί είμαι στην αγκαλιά του καλού μου; Πάλι εσένα κοιτάζω πρώτο, για να βεβαιωθώ ότι μου φτάνει η ώρα να σηκωθώ και να ετοιμάσω το πρωινό πριν ξυπνήσει. Πόσα βράδια καθόσουν σα φίλος, δίπλα μου και μου έλεγες ότι θα με πάρεις στους δείκτες σου, να με πας ένα ταξίδι μπροστά και θα αφήσουμε τον πόνο πίσω μας; Πόσα βράδια ήσουν εκεί όταν γελούσαμε και διασκεδάζαμε; Έχεις τον τρόπο να τρυπώνεις σε όλες τις στιγμές της ζωής μου.

Μικρό μου ξυπνητήρι, κάθε μέρα μου θυμίζεις τα γενέθλια της ζωής μου. Κάθε μέρα που χτυπάς μου θυμίζεις πως κάτι νέο αρχίζει. Κάθε μέρα μου δίνεις την υπόσχεση πως θα κουνήσεις τα «μαγικά ραβδάκια» που έχεις για δείκτες και θα αφήσεις πίσω τα άσχημα, για να φέρεις τα καινούρια!

Γι’ αυτό σήμερα σου αφιερώνω ένα από τα αγαπημένα σου κομμάτια μουσικής... Τις τέσσερις εποχές...

Love is in the air

Ξύπνησα κεφάτος σήμερα! Άνοιξα τα μάτια και παρά τα πολλά που στροβιλίζονται στο μυαλό μου και θα έπρεπε να με κάνουν να αγχωθώ ή να «πέσω» ψυχολογικά, εγώ ήμουν ευδιάθετος. Ο ήλιος χάιδευε απαλά την κουρτίνα του παραθύρου που χωρίζει το κρεβάτι μου από τη γειτονιά και η πρωινή δροσιά (κατάλοιπο των βροχών που πεισματικά μας χαρίζει η φύση τις τελευταίες μέρες, αρνούμενη να παραδεχτεί ο Ιούνιος έχει φτάσει και είναι η ώρα να φορέσει κι αυτή το μπικινάκι της και να πάρει τους δρόμους για μια παραλία) με ανάγκαζε να κουλουριαστώ γύρω από το μαξιλάρι μου, που άλλαξε θέση και βρέθηκε μέσα στην αγκαλιά μου.

Υπήρχε ένα διάχυτο φως παντού και η μυρωδιά από καλοκαίρι, μαζί με κάτι ανυπότακτα στο κρύο των τελευταίων ημερών ζουμπούλια της γειτονιάς. Κι όλα αυτά ανακατεμένα με τις αισθήσεις που τόσο καιρό ξεχνούσα να γευτώ. Το πρωινό ψωμί και τα γλυκά κουλούρια που μόλις ξεφούρνισε ο φούρναρης της γειτονιάς, Σειρήνες που σαγηνεύουν τις πρωινές αισθήσεις. Δύο χελιδόνια που προσπαθούσαν με έντονη φραστική διαμάχη να λύσουν κάτι «κληρονομικά» τους στο μπαλκόνι μου και τα αδέσποτα της γειτονιάς, που ένιωσαν τη ζέστη επιτέλους στη γούνα τους και αποφάσισαν σήμερα να ξυπνήσουν λίγο πιο νωρίς από της άλλες μέρες για να το χαρούν.

«Έχει κάτι ο αέρας σήμερα», η πρώτη μου σκέψη. Μια περίεργη αίσθηση, μια περίεργη αύρα. Όλα μοιάζουν όμορφα και ζωντανά. Όλα μοιάζουν να λένε καλημέρα. Όλα μοιάζουν να έχουν ξυπνήσει, και να έχουν τινάξει από πάνω τους την σκόνη της ρουτίνας. Όλα μοιάζουν να ετοιμάζονται για κάτι διαφορετικό. Και δεν είναι μόνο το καλοκαίρι που θυμήθηκε έστω και αργά να κάνει την εμφάνιση του, πίσω από τα σύννεφα του βιαστικού φθινοπωρινού ξαδέρφου του. Κάτι άλλο έχει ο αέρας σήμερα. Μυρίζει ζωή. Μυρίζει χαρά. Μυρίζει ανανέωση και ελπίδα. Μυρίζει Έρωτα.

Χτες το βράδυ με πήρε ξανά τηλέφωνο ο Γ. Όπως και κάθε βράδυ από το σαββατοκύριακο. Μιλήσαμε και του είπα και για τους φόβους μου. Του είπα πως αρκετές φορές πληγώθηκα και πως είμαι κλειστός και επιφυλακτικός μαζί του. Όχι μόνο το δέχτηκε, αλλά με έκανε να νιώσω πολύ όμορφα με όσα μου είπε. Το ταυράκι που μέσα σε δύο μέρες εισέβαλε στη ζωή μου, αποφάσισε πως θέλει να την κάνει πιο όμορφη, πιο φωτεινή, πιο γεμάτη.

Γι’ αυτό και η playlist μου σήμερα έχει μόνο το “Love is in the air” και ελπίζω να το έχει και για πολλές μέρες ακόμα!


Une Génération Désenchantée

Πίσω λοιπόν ξανά από την οθόνη του υπολογιστή, να γράφω όσα προλαβαίνει η σκέψη να κρατήσει στο κόσκινο της από τον άνεμο της φαντασίας.

Το πρωί ξύπνησα –για μια ακόμα φορά- κουρασμένος. Είχα συμπληρώσει περισσότερες από τις οκτώ ώρες που συστήνει ο γιατρός, για να κάνουμε μια σφριγηλή επιδερμίδα και να φύγουν οι μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια. Κι όμως εγώ ξύπνησα κουρασμένος. Ακολούθησα την ίδια ρουτίνα που ακολουθώ κάθε πρωί. Παντοφλίτσες, μπάνιο, δοντάκια (ως τυπικός γκέι δίνω ιδιαίτερη σημασία στην υγιεινή του στόματος), μετά κουζίνα, ποτήρι, νερό, μια γεμάτη κουταλιά καφέ, γάλα και πάγος (ζάχαρη; Όχι! Για κάποιον περίεργο λόγο, ο λάτρης της σοκολάτας που γράφει αυτό το post δεν βάζει ποτέ ζάχαρη στον καφέ του. Ίσως το κάνει για να απολαύσει περισσότερο τη γεύση του καφέ. Ίσως το κάνει για να καταφέρει να νιώσει τη γεύση του καφέ που πλέον του φαίνεται κάτι φυσικό –αχ, εξάρτηση-. Ίσως να το κάνει για να δημιουργεί στον εαυτό του την ψευδαίσθηση ότι έτσι «αποφεύγει» κάποιες περιττές θερμίδες)

Κάθισα λοιπόν στον υπολογιστή, άναψα τσιγάρο και άνοιξα την playlist με τίτλο “Mylene Farmer”. Το πρώτο τραγούδι που ξεκίνησε να παίζει ήταν κάποιο που είχα ακούσει εδώ και καιρό, το είχα χορέψει, το είχα μάθει κι όμως δεν είχα κάτσει ποτέ να το προσέξω και να νιώσω τι προσπαθεί να μου πει.

Nager dans les eaux troubles” – κάτι μας είπες τώρα κυρα-Farmer. Και ποιος δεν έχει προβλήματα; Και ποιος δεν κολυμπάει σε ταραγμένα νερά. Μάθαμε όλοι να λέμε ότι έχουμε δυσκολίες και να γκρινιάζουμε. Κι εμένα ποτέ δε μου φτάνουν τα χρήματα. Κι εμένα η πορεία μου στη σχολή συντηρείται σε οριακό επίπεδο. Κι εμένα οι φίλοι μου έχουν τα προβλήματα τους και τα μοιράζονται μαζί μου. Αλλά δε λυγίζω. Αυτό είναι πολύ εύκολο! Να τα παρατήσω και να αρχίσω να γκρινιάζω. Τι; Να περιμένω να ακούσω παρακάτω;
Attendre ici la fin” – Ε όχι, δε θα γίνω και πεσιμιστής! Όσο έχει νερό το ποτήρι, εγώ θα το βλέπω μισογεμάτο!
Pourtant, je voudrais retrouver l'innocence” – Ψάξε μέσα σου. Κάπου εκεί θα κρύβεται…

Α! Κυρα-Farmer σε βλέπω τελείως απρόθυμη να αλλάξεις τα πράγματα γύρω σου! Γιατί; Σου αρέσει αυτό που συμβαίνει; Να περιμένω κι άλλο να ακούσω παρακάτω; Πόσο ακόμα; Μόλις ξύπνησα, με την τσίμπλα στο μάτι, να περιμένω κι άλλο; Τι έχεις να μου πεις που δεν το ξέρω; Καλά! Καλά! Μη με μαλώνεις! Θα περιμένω…


Tout est chaos
A côté
Tous mes idéaux: des mots
Abimés...
Je cherche une âme, qui
Pourra m'aider
Je suis
D'une génération désenchantée,
Désenchantée


Ντρέπομαι! Είχες απόλυτο δίκιο! Γύρω μου όλα είναι χάος. Όλοι γύρω μου δημιουργούν ένα χάος. Εγώ το δημιουργώ το χάος. Πατάω σε λάθος ιδανικά. Όσα έθεσα για τον εαυτό μου ως «αρχές» είναι μόνο λόγια. Πόσα από αυτά πραγματικά κρατώ σαν ιερά; Ίσως και κανένα να μην έμεινε -έστω κι αν ήταν για μια και μόνο στιγμή- απαραβίαστο. Κι όμως πιστεύω ακόμα ότι μπορώ να τα καταφέρω. Μέχρι να έρθει ένα από εκείνα τα βράδια που θα καταρρεύσω πάλι και θα καταρρεύσουν μαζί μου και όλα μου τα πιστεύω. Ένα από εκείνα τα βράδια που θα τρέξω στον Άγγελο, τον κολλητό, τον αδερφό, σαν παιδάκι και θα του πω όσα ήδη γνωρίζει κι αυτός. Θα του πω πως πιστεύω σε ψεύτικα όνειρα και σαθρές ελπίδες και θα αφήσω τα δάκρυα να κυλήσουν. Ένα από εκείνα τα βράδια που θα νιώσω πως πραγματικά ανήκω σε μια “génération désenchantée”.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί μέσα σε μια στιγμή αφήνω να καταρρεύσει ό,τι με κρατάει όρθιο και μου δίνει δύναμη να στηρίζω τον εαυτό μου και τους φίλους μου; Χτίζω πάνω στην άμμο; Χτίζουμε όλοι μας πάνω στην άμμο; Ή απλώς είναι μια ανάγκη να μηδενίσουμε και να ορίσουμε καινούριος στόχους; Κι όμως, κάθε φορά ορίζω τους ίδιους στόχους. Δίνω στον εαυτό μου τις ίδιες ελπίδες και προχωρώ με τα ίδια βέλη στην φαρέτρα μου.

Αν ήταν τόσο λάθος όλα αυτά, νομίζω πως σε κάποια κρίση εξυπνάδας θα αναγνώριζα το λάθος μου και θα τα άλλαζα. Ίσως να είναι αυτά που πραγματικά θέλω, απλά ξεχνάω πως όσο πιο όμορφο είναι αυτό που ζητάς, τόσο πιο δύσκολα το αποκτάς. Καταρρέω γιατί κουράζομαι να πολεμάω. Κανένας πολεμιστής δεν είναι αλώβητος. Όλοι χρειάζονται να σταματήσουν για λίγο. Να κλάψουν, να σιωπήσουν και μετά να συνεχίσουν. Μέχρι να κατακτήσουν την Τροία τους ή να βρουν την Ιθάκη τους. Και ακόμα δυσκολότερο γι’ αυτούς τους «ανόητους» σαν κι εμένα που θέτουν ταυτόχρονα και τους δύο στόχους.

Και βλέπω γύρω μου πως σχεδόν όλοι αντιμετωπίζουν μέσες άκρες τα ίδια προβλήματα. Σχολή, έρωτας, χρήματα. Είμαι λοιπόν αναγκασμένος να είμαι désenchantée επειδή έτσι είναι και η génération από την οποία προέρχομαι;

Αυτό λοιπόν θέλεις να με βάλεις να σκεφτώ, γλυκιά μου Mylene; Να με κάνεις να δω το πρόβλημα από την χειρότερη του πλευρά, για να το καταλάβω και να το παλέψω; Και όλο αυτό μέσα από ένα «ζωντανό» bit-άκι, που γουστάρω να χορεύω τρελά;

Σ’ ευχαριστώ! Με έβαλες να σκεφτώ κάποια πράγματα που περνούσαν μέσα στο μυαλό μου, σαν χάρτινα καραβάκια, αλλά έλιωναν πριν προλάβω να τα καταλάβω. Τώρα κατάλαβα γιατί κάθε πρωί ξυπνάω κουρασμένος. Τώρα κατάλαβα γιατί πάντα θέλω περισσότερα. Τώρα κατάλαβα γιατί ποτέ δεν είπα «μου φτάνω». Γιατί όσα έχω τα αφήνω να περνούν, χωρίς να βάζω όλο μου το είναι για να τα κάνω πολύτιμα, πρώτα για μένα και μετά για τους ανθρώπους που τα μοιράζομαι. Γιατί περιμένω να μου δώσουν για να γεμίσω εσωτερικά, χωρίς να χτίζω μέσα μου. Όχι λοιπόν! Δεν θα μου επιτρέψω να καταλήξω désenchantée! Δε θα αφήσω τα πράγματα γύρω μου να οδεύουν προς το χάος! Όχι όσο περνάει από το χέρι μου.

[…]

Πολλή φιλοσοφία για σήμερα. Τελείωσε και ο καφές και στο τασάκι μετράω έξι τσιγάρα.

Ώρα για διάβασμα!


Υ.Γ.: Εγώ πότε θα ανήκω στους τυχερούς που παρακολούθησαν μια συναυλία σου; Να κουνήσω κι εγώ τη δική μου σημαία, στο ρυθμό της μουσικής σου!





And so the story goes…

Παραλείπω ένα μεγάλο μέρος του παρελθόντος (ή μάλλον προσωρινά προτιμώ να κρατήσω για μένα, μέχρι να έρθει η στιγμή που θα το παρουσιάσω σιγά-σιγά) και μπαίνω στο κυρίως θέμα.

Ήταν Πέμπτη βράδυ – 23.30, όταν μιλήσαμε. Ο Γ., τελειόφοιτος συμφοιτητής στο τμήμα των Αθηνών, γύρω στα 25, μου έστειλε μήνυμα σε γνωστό site γνωριμιών, έχοντας ένα πολύ promising profile, που σε κάνει να φοβάσαι να στείλεις μήπως το ίδιο το site γελάσει με το θράσος που έχεις. Η πρώτη σκέψη που πέρασε από το – κουρασμένο από τις πολλούς φαύλους κύκλους – μυαλό μου ήταν «άλλος ένας θα προστεθεί στη λίστα του msn».

Έτσι κι έγινε! Ο Γ. βρέθηκε στις επαφές μου και ξεκίνησε ένας τυπικός διάλογος: «Ποιος είσαι, πως είσαι, τι ψάχνεις». Φαινόταν πως τελικά δεν είχα πέσει και πολύ έξω. Καμιά διαφορά από τους υπόλοιπους. Όταν ξαφνικά είπε αυτό που για πρώτη φορά άκουγα, χωρίς να το ζητήσω: «δε με νοιάζει τι μπορεί να συμβεί, απλά θέλω να με αφήσεις να περάσω μαζί σου ένα βράδυ, να σου κάνω έρωτα και μετά να σε κοιμίσω στην αγκαλιά μου».

Αν είχα γράψει όσα αφήνω για αργότερα, τα κτερίσματα του παρελθόντος μου, θα καταλάβαινες ότι οι λέξεις αυτές ήχησαν αρχικά σαν την καμπάνα της Παναγίας των Παρισίων μέσα στο μυαλό μου. Ένας ήχος δυνατός που σου τρυπάει το κεφάλι, κι όμως ο ήχος από κάτι όμορφο, ιερό και γλυκό. Μια έκρηξη που αντί να σκορπάει συντρίμμια, γεμίζει τον αέρα με ροδοπέταλα.

Γρήγορα ανταλλάξαμε τηλέφωνα και συνεχίσαμε την κουβέντα μας με έναν πιο intimate τρόπο. Επί τρεις ώρες μιλούσαμε. Χωρίς να σταματήσουμε. Είπαμε για πάρα πολλά πράγματα. Μου μιλούσε για όσα έχει κάνει, για τα σχολή, για τον εαυτό του… ήταν σαν να τον ήξερα και απλά να μου θυμίζει κάποια πράγματα που είχα ξεχάσει γι’ αυτόν.

Ήθελε να έρθει να με δει το σαββατοκύριακο. Δεν ήξερα αν έπρεπε να επιτρέψω κάτι τέτοιο. Πολλές από τις αλυσίδες που με τραβούσαν πίσω δεν είχαν σπάσει και κάποιοι φόβοι μου επέβαλλαν να του αρνηθώ. Γι’ αυτό και του είπα μονολεκτικά «έλα».

Την Παρασκευή επίσης μιλήσαμε στο τηλέφωνο και αυτή τη φορά το ήξερα πως ήθελα να έρθει. Δεν ξέρω αν ήταν η περιέργεια να τον δω από κοντά, δεν ξέρω αν ήταν η πρόκληση του να πείσω κάποιον που με γνωρίζει τόσο λίγο να κάνει μια απόσταση τεσσάρων ωρών για να με δει. Δεν ήξερα αν ήταν το ρίσκο του να φιλοξενήσω κάποιον που γνώριζα ελάχιστα. Όμως το ήθελα. Το ήθελα, το ζήτησα και το δέχτηκε.

Σάββατο απόγευμα, μετά από ένα ταξίδι γεμάτο καθυστερήσεις και ταλαιπωρία (γιατί όπως είναι και το σλόγκαν «ο ΟΣΕ οδηγεί προς το μέλλον») ο Γ. ήταν στη Λάρισα κι εγώ στο σταθμό του ΟΣΕ να τον περιμένω γεμάτος αγωνία. Φορούσα τα ίδια ρούχα με αυτά που φορούσα στη φωτογραφία που του έστειλα. Κατέβηκε από το βαγόνι και ήταν …πανέμορφος.

Δεν ήταν το μοντέλο, που περνάει και κοιτάζουν όλοι, άντρες-γυναίκες. Απλά είχε αυτό το κάτι, που για το δικό μου γούστο, είναι must. «Καλά πάμε για αρχή» σκέφτηκα. Χαιρετηθήκαμε και ξεκινήσαμε για το σπίτι μου, να αφήσει τα πράγματά του. (Σημείωση: εντύπωση μου έκανε που δε δεχόταν να κουβαλήσω εγώ τα πράγματα του και εντύπωση –όπως μου είπε- του έκανε που επέμενα να το κάνω. Τελικά πέρασε το δικό μου.)

Στο δρόμο μιλούσαμε. Περί ανέμων και υδάτων. «Ω Θεοί του Ολύμπου! Τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου» σκέφτηκα. Θα μπαίναμε στο σπίτι, θα μου έλεγε πως δεν ήμουν όπως ακριβώς με περίμενε και θα περνούσαμε ένα σαββατοκύριακο σαν δύο καλά φιλαράκια. Δε βαριέσαι! Shit happens (Ok! But why do they have to happen again and again?)

Μπήκαμε στο ασανσέρ. Πάτησα το 3 και κάρφωσα το βλέμμα στο πάτωμα. Μη με ρωτήσεις! Δεν ξέρω γιατί το κάνω. Απλά φαίνεται να περνάει γρηγορότερα η ώρα έτσι.

Ένιωσα τα χέρια του στους ώμους μου. Μου τίναξε το κεφάλι ψηλά και πριν προλάβω να σηκώσω τα μάτια μου, ένιωθα δύο υγρά και απαλά χείλη να αγγίζουν τα δικά μου. «Παρακαλώ;» ρώτησα τον εαυτό μου.

[...]

Το σαββατοκύριακο κύλησε τόσο γρήγορα. Τρεις λέξεις μόνο θα μπορούσαν να το χαρακτηρίσουν. Ένταση. Πάθος. Τρυφερότητα. Και ξαφνικά βρέθηκα να τον αποχαιρετάω στο σταθμό του ΟΣΕ, Κυριακή απόγευμα, δύο ώρες αργότερα από την ώρα που έγραφε επάνω το εισιτήριο του (δεν ξέρω αν ο ΟΣΕ τελικά οδηγεί προς το μέλλον, αλλά αυτή η καθυστέρηση δε με πείραξε καθόλου).

Τρίτη σήμερα. Τα βράδια της Κυριακής και της Δευτέρας πέρασαν με το τηλέφωνο αγκαλιά (δυστυχώς κατά τη διάρκεια της ημέρας είμαστε πολύ πιεσμένοι και οι δύο και η μοναδική πολυτέλεια επικοινωνίας που έχουμε είναι τα SMS).

Το περιστατικό εννοείται πως συζητήθηκε στην παρέα. Αλλά οι γνώμες που έπεσαν στο τραπέζι ήταν ομόφωνες και πολύ επιτακτικές: «πρόσεξε να μην ξαναπληγωθείς»

Αποφάσισα να προσέξω. Μήπως όμως έτσι χάνω όσα θα μπορούσα να νιώσω; Μήπως έτσι δεν είμαι αρκετά ειλικρινής απέναντί του; Μήπως δεν είμαι ειλικρινής απέναντι σε μένα; Μήπως ξέχασα να πάρω το lexotanil;

Η αυτοψία θα δείξει…


To start with...

Βρήκα την παρακάτω ιστορία στο blog μιας κοπέλας! Τη θεώρησα ως ένα πολύ όμορφο και ρομαντικό post για αρχή αυτού του blog και γι’ αυτό θέλω να την μοιραστώ…


Είναι η ιστορία 2 φίλων που περπατούν στην έρημο. Κάποια στιγμή τσακώθηκαν και ο ένας από τους δυο έδωσε ένα χαστούκι στον άλλο.

Αυτός ο τελευταίος, πονεμένος, αλλά χωρίς να πει τίποτα, έγραψε στην άμμο:
ΣΗΜΕΡΑ Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΜΟΥ ΦΙΛΟΣ ΜΕ ΧΑΣΤΟΥΚΙΣΕ.

Συνέχισαν να περπατούν μέχρι που βρήκαν μια όαση όπου αποφάσισαν να κάνουν μπάνιο αλλά αυτός που είχε φάει το χαστούκι παραλίγο να πνιγεί και ο φίλος του τον έσωσε.

Όταν συνήλθε, έγραψε πάνω σε μια πέτρα:
ΣΗΜΕΡΑ Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΜΟΥ ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ ΕΣΩΣΕ ΤΗ ΖΩΗ.

Αυτός που τον είχε χαστουκίσει και στη συνέχεια του έσωσε τη ζωή, τον ρώτησε :
"όταν σε χτύπησα, έγραψες πάνω στην άμμο, και τώρα έγραψες πάνω στην πέτρα. Γιατί?"
Ο άλλος φίλος απάντησε :
«όταν κάποιος μας πληγώνει, πρέπει να το γράφουμε στην άμμο όπου οι άνεμοι της συγνώμης μπορούν να το σβήσουν. Αλλά όταν κάποιος κάνει κάτι καλό για μας, πρέπει να το χαράζουμε στην πέτρα, όπου κανένας άνεμος δεν μπορεί να το σβήσει».

ΜΑΘΕ ΝΑ ΓΡΑΦΕΙΣ ΤΑ ΤΡΑΥΜΑΤΑ ΣΟΥ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ ΚΑΙ ΝΑ ΧΑΡΑΖΕΙΣ ΤΙΣ ΧΑΡΕΣ ΣΟΥ ΣΤΗΝ ΠΕΤΡΑ.


Σύντομα θα ακολουθήσουν και τα υπόλοιπα posts…

Όσο σκληρά και αν προσπαθώ στις σκέψεις μου γυρνάς
Όταν μ’ ακούς να τραγουδώ, στ’ αλήθεια κλαίω για σένα