Showing posts with label 7 οψεις. Show all posts
Showing posts with label 7 οψεις. Show all posts

το μαχαίρι των στοιχείων Μέρος Δεύτερο


κολύμπησε μέχρι τα βράχια και με μια κίνηση του σηκώθηκε στον αέρα και βρέθηκε στην σκάλα που στεκόταν πριν.

"αν το πιάσω στα χέρια μου..."

"συγκεντρώσου στο μαχαίρι"

"έχεις δίκιο"

"ηρέμησε και προσπάθησε να το νιώσεις"

χαμογέλασε "δεν χρειάζεται να ηρεμήσω" ανέβηκε τη σκάλα, πέρασε από τα κάγκελα και βγήκε από το στενό. άρχισε να περπατά προς τα πάνω. συνέχισε να περπατά και ξαφνικά σταμάτησε... "δεν το πιστεύω... ο Άγιος Νικόλαος"

"σε εκκλησία!"

"ποιος θα το σκεφτόταν ...από τη στιγμή που είναι εναντίον της μαγείας και των gay"

"ανοιχτά πλέον... γιαυτό πρόσεχε να μην σε δει κανείς"

"θα προσέχω"

πλησίασε. ανέβηκε τα σκαλοπάτια.

"είναι ωραία φωτισμένη όμως"

έφτασε στην κεντρική είσοδο. δοκίμασε να την ανοίξει, ήταν κλειδωμένη.

"θα την σπάσεις?"

"δεν ξέρω..." έκανε μερικά βήματα πίσω...

εκείνη την στιγμή στο πάτωμα κάτι άρχισε αχνά να λάμπει.

κοίταξε κάτω... ήταν ένα σχέδιο, ένας κύκλος με διάφορα σύμβολα.

"δεν θα χρειαστεί να μπω μέσα μάλλον"

έκλεισε τα μάτια του και σκέφτηκε το μαχαίρι. δημιούργησε την εικόνα του στο μυαλό του. ένας ήχος από κάτι μεταλλικό να χτυπά στο μάρμαρο τον έκανε να ανοίξει τα μάτια του. ένα μαχαίρι ήταν πεσμένο στο κέντρο του κύκλου, που είχε σταματήσει να λάμπει και τα διάφορα σύμβολα είχαν σβηστεί.

έσκυψε και το πήρε στα χέρια του.

"εύκολο ήταν"


ένας κρότος ακούστηκε και οξύς πόνος τον κυρίευσε το μαχαίρι έπεσε από το χέρι του. στον ώμο του, από την πλευρά της καρδιάς αίμα έτρεχε. κοίταξε μπροστά του... ο Αλέξανδρος στεκόταν εκεί κρατώντας ένα πιστόλι. ξαφνικό κρύο άρχισε να νιώθει... τα βρεγμένα ρούχα του άρχισαν να παγώνουν. οι ανάσες του έγιναν πιο γρήγορες. σε κλάσματα του δευτερολέπτου ένιωθε απίστευτο κρύο. μια γυναίκα εμφανίστηκε δίπλα του και τον έσπρωξε... έπεσε από την σκάλα μπροστά από τον ναό. βρισκόταν ξαπλωμένος στο έδαφος. το αίμα είχε παγώσει. πόνο δεν ένιωθε, είχε μουδιάσει από το κρύο.

δεν μπορούσε να κουνηθεί... οι ανάσες τους ακόμα γρήγορες... πλέον είχε και μια πληγή στο μέτωπο από την πτώση.

"ο Αλέξανδρος.. δεν μπορεί... όχι αυτός"

"ο έρωτας σου ο μεγάλος... ο τέλειος Αλέξανδρος... σου έχω πει, δεν έχεις καλά κριτήρια"

βήματα ακούστηκαν.

Αλέξανδρος "ζει"

? "είπες ότι τώρα είναι όλος δικός μου"

Αλέξανδρος "κάνε ότι θέλεις μαζί του"

τον κοιτούσε στα μάτια...

? "κοίταξε τον πως σε κοιτά... πληγώθηκε ο καημένος" είπε ειρωνικά

Αλέξανδρος "Μιρέλα τελείωνε"

Μιρέλα "α δεν θα βιαστώ, θέλω να το απολαύσω"

Αλέξανδρος "δεν υπάρχει λόγος, κάνε ότι να κάνεις γρήγορα αλλιώς θα το κάνω εγώ, δεν χρειάζεται να υποφέρει"

γύρισε και τον κοίταξε "όχι, χρειάζεται!!! εγώ υπέφερα όσο ήξερα ότι είσαι μαζί του ακόμα και αν δεν το θέλες... έλεγες ότι τον σιχαίνεσαι... θυμάσαι?!"

Αλέξανδρος "δεν υπάρχει λόγος..."

Μίρελα "εκτός βέβαια αν σου άρεσε, αν το απολάμβανες... μήπως είσαι κ εσύ ένας από αυτούς?! είσαι ανώμαλος γλυκέ μου?!"

γύρισε προς τον τραυματισμένο... "ο κόσμος θα ήταν καλύτερος χωρίς αυτούς, έλεγες".

πήγε να αντιδράσει, η Μιρέλα όμως έβαλε το χέρι της από πάνω του... κρύο, πολύ κρύο... πάγωνε ακόμα περισσότερο...

ο Αλέξανδρος της έπιασε το χέρι "Σταμάτα". τον σημάδεψε με το πιστόλι "δεν έχουμε χρόνο"...


μια μπλε λάμψη έπεσε πάνω στον Αλέξανδρο, ο οποίος έπεσε με δύναμη στα σκαλοπάτια πίσω του.

Άννα "μια απότομη κίνηση και είσαι η επόμενη"

η Μιρέλα έκανε αργά βήματα προς τα πίσω καθώς η Άννα και τρία ακόμα άτομα πλησίαζαν.

η Άννα είχε καρφωμένο το βλέμμα της πάνω στην Μιρέλα και την σημάδευε με το δεξί της χέρι ενώ το αριστερό το είχε στραμμένο στον αναίσθητο Αλέξανδρο. προσπέρασε τον φίλο της και περπατούσε προς την Μιρέλα, η οποία έκανε και άλλα βήματα προς τα πίσω. δεν φαινόταν να φοβάται, χαμογελούσε. τα τρία παιδιά που ήταν μαζί της πήγαν στον φίλο τους. μαζί είχαν έρθει στη Σύρο. δεν ήξεραν για αυτό το κομμάτι της ζωής του.

Αγγελική "είσαι καλά?!" ακούμπησε τα κεφάλι του στα πόδια της.

Νίκος "είναι κρύος"

Άκης "και τραυματισμένος... αρκετά"

Άννα "μην τον αφήσετε" τους είπε

ο Άκης είδε το όπλο δίπλα στον Αλέξανδρο και πήγε να το πάρει. η Μίρελα μόλις τον είδε να πλησιάζει πήγε να κάνει κάποια κίνηση. η Άννα αμέσως άφησε ένα κεραυνό να φύγει.

δεν πέτυχε την Μιρέλα όμως, απέφυγε τον κεραυνό και κρύφτηκε πίσω από μια κολόνα του ναού.

ο Άκης πήρε το όπλο και έτρεξε ξανά προς τους άλλους και τους βοήθησε να μεταφέρουν τον φίλο τους λίγο πιο μακριά.

από το ναό πάνω ένα λευκό κύμα, σαν πάχνη άρχισε να κατεβαίνει. έφτασε στα πόδια της Άννας. ήταν κρύο. δεν μπορούσε να κουνήσει τα πόδια της. τώρα κρύωνε ολόκληρη, έτρεμε. δυσκολευόταν να κάνει οποιαδήποτε κίνηση. το κρύο αυτό κύμα είχε καλύψει και τον Αλέξανδρο, ο οποίος είχε παγώσει. ο Άκης πήγε να βοηθήσει την Άννα. μόλις όμως πλησίασε αρκετά πάγωσε και αυτός.

η Μιρέλα βγήκε πίσω από την κολόνα και κατέβαινε την σκάλα χωρίς να επηρεάζεται από το κρύο.

κοίταξε την Άννα "εσύ είσαι αυτή που σύντομα θα πεθάνει... τι πειράζει να γίνει μια ώρα αρχύτερα"

κοίταξε τον Άκη, που είχε παγώσει και αυτός, τον Νίκο και τη Αγγελική. "θα ακολουθήσετε τον φίλο σας, έτσι?!".

όσο πλησίαζε, τόσο το κρύο δυνάμωνε. έμοιαζε να είναι η πηγή όλου αυτού.

στάθηκε μπροστά στην Άννα, την κοίταξε στα μάτια... "κάτι τελευταίο?!" και σήκωσε το χέρι της. κρατούσε ένα μαχαίρι, το μαχαίρι των στοιχείων και ετοιμαζόταν να την...


Σήκωσε το χέρι του και το μαχαίρι ήρθε σε αυτόν. δεν ήταν πλέον παγωμένος και ένιωθε τον πόνο των τραυματισμών από την σφαίρα και από την πτώση. η παραμικρή κίνηση τον έκανε να υποφέρει. ο Νίκος και η Αγγελική είχαν σαστίσει με αυτά που έβλεπαν.

γύρισε το μαχαίρι πάνω του και το κάρφωσε στο στήθος του.

Αγγελική "οοοοχι" άρχισε να κλαίει.

ο Νίκος γρήγορα έβγαλε το μαχαίρι από τον φίλο του και το πέταξε στη άκρη.

Μιρέλα "η καλύτερη κίνηση ήταν αυτή" περπάτησε προς τα εκεί. το κρύο τύλιξε τον Νίκο και την Αγγέλα και κάλυψε εντελώς τον φίλο τους. πάγωσαν.

η Μιρέλα σήκωσε το μαχαίρι και γύρισε προς τα τρία παιδιά.

κοίταξε τον Νίκο και την Αγγέλα, "στο τέλος εσείς"! "ελπίζω να τον προλάβω πριν πεθάνει, η ψυχή του πρέπει να γίνει δικιά μου" σκέφτηκε και χτύπησε με το μαχαίρι εκεί που ο τραυματισμένος φίλος των παιδιών βρισκόταν κρυμμένος κάτω από την πάχνη.

το μαχαίρι χτύπησε στο έδαφος.

Μιρέλα "δεν μπορεί" διέλυσε την πάχνη σε εκείνο το σημείο.... δεν υπήρχε τίποτα. ένιωσε ένα τράβηγμα από πίσω της και από την μια στιγμή στην άλλη βρέθηκε ξαπλωμένη στα σκαλοπάτια του ναού. η πάχνη διαλύθηκε εντελώς. όσοι είχαν παγιδευτεί ελευθερώθηκαν και έπεσαν κάτω ταλαιπωρημένοι

"τι θα την κάνεις?!"

"δεν ξέρω"

άρχισε να την πλησιάζει δεν είχε πια πληγές στο σώμα του. οι λεκέδες αίματος υπήρχαν μόνο.

σηκώθηκε όρθια, "τελικά είχαν δίκιο για το μαχαίρι"

δεν της απάντησε, με μια απότομη συγχρονισμένη κίνηση των χεριών του έστειλε την Μιρέλα με δύναμη πάνω στην κεντρική πόρτα του ναού. είχε νευριάσει. ο κρύσταλλος στο στήθος του έλαμπε. σε κάθε του βήμα, το σημείο που πατούσε ράγιζε. ανέβηκε όλα τα σκαλοπάτια και στάθηκε μπροστά στην Μιρέλα.

"μην την πλησιάζεις"

"θα την εξαφανίσω"

ήταν πεσμένη κάτω και γελούσε... έπεσε με δύναμη πάνω στην πόρτα του ναού και φαινόταν τα αποτελέσματα πάνω της. ήταν εξουθενωμένη και αυτό έκανε το γέλιο της ακόμα πιο σατανικό... σήκωσε χέρι της από το δάπεδο που το είχε ακουμπήσει. αίμα έσταζε από το χέρι της και στο σημείο που το ακουμπούσε ένα χαρτί υπήρχε έμοιαζε με σελίδα από βιβλίο παλιό που είχε κοπεί. το χαρτί είχε το αίμα της πάνω και δεν φαινόταν τι έγραφε. μια αόρατη δύναμη την σήκωσε ψηλά και την κράτησε πάνω στην πόρτα.

"το τέλος πλησιάζει..." της είπε...

συνέχισε να χαμογελά και χαμηλόφωνα του απάντησε "όχι το δικό μου!!!"


το χαρτί απορρόφησε το αίμα και αμέσως κάηκε. ο καπνός που δημιουργήθηκε αστραπιαία πήγε στον κρύσταλλο που έλαμπε και εισχώρησε σε αυτόν.

η Μιρέλα ελευθερώθηκε από την δύναμη του.

ο κρύσταλλος έλαμπε παράξενα... η ένταση του έπαιζε...

απομακρύνθηκε από την Μιρέλα. ένιωθε την δύναμη του κρυστάλλου... ήταν ασταθής... κατέβηκε γρήγορα τα σκαλιά... ήθελε να τρέξει μακριά... μια παράξενη αίσθηση τον διαπέρασε, σαν ένα μέρος του εαυτού του να πέθανε... ο κρύσταλλος έσβησε και έσπασε σαν ένα απλό κομμάτι γυαλιού. δεν μπορούσε να το πιστέψει...


Μιρέλα "η έβδομη όψη... η άπιαστη έβδομη όψη... η αήττητη!!!" φώναζε...

γύρισε και είδε την Μιρέλα. είχε ακουμπήσει πάνω σε μια από τις κολόνες για να καταφέρει να σταθεί όρθια.

Μιρέλα "σε νίκησα... σας νίκησα, εσάς και την διεστραμμένη μαγεία σας... το ουράνιο τόξο δεν θα λάμψει πάνω από τον κόσμο μας... το έβδομο χρώμα εξουδετερώθηκε"

μια μπλε λάμψη και βρέθηκε κάτω νεκρή... η Άννα εμφανίστηκε δίπλα της.

ο Νίκος, ο Άκης και η Αγγέλα είχαν ακινητοποιήσει τον Αλέξανδρο που είχε συνέλθει.


σήκωσε το βλέμμα του στο φεγγάρι... "αυτά λοιπόν"

το μαχαίρι των στοιχείων Μέρος Πρώτο


άνοιξε τα μάτια του και κάθισε στο κρεβάτι του.

"επιτέλους... με καλεί"

χαμογέλασε. ήταν ήδη τρεις μέρες στην Σύρο και δεν είχε συμβεί τίποτα...

τώρα όμως άκουγε...


κοίταξε στα διπλανά κρεβάτια. κοιμόντουσαν και οι τρεις. πέταξε το σεντόνι και αργά και προσεκτικά σηκώθηκε για να ντυθεί.

"αν είχες έρθει μόνος δεν θα σε προβλημάτιζε τώρα αν θα τους ξυπνήσεις και ούτε θα τρέχαμε βραδιάτικα για να μην καταλάβουν τίποτα"

"έτυχε, εξάλλου μόνοι τους το πρότειναν. άσε που με βόλεψε, είπα στον Αλέξανδρο ότι πάω διακοπές με τους φίλους μου. αν ήταν εδώ θα ήμασταν όλη την ώρα μαζί και δεν θα μπορούσα να κινηθώ άνετα, ούτε καν το βράδυ"

"στενός κορσές σου έχει γίνει αυτός"

"και πολύ μου αρέσει αυτό, απλά τώρα προέχουν άλλα"

βγήκε από το δωμάτιο όσο πιο αθόρυβα μπορούσε και έκλεισε πίσω του την πόρτα. άρχισε να τρέχει. ακολουθούσε αυτό που άκουγε. δεν ήταν σίγουρος τι ήταν αυτό, θα το ανακάλυπτε όμως σύντομα! ήταν 5 το πρωί και τα στενά ήταν άδεια βγήκε στην κεντρική πλατεία, μπροστά στο δημαρχείο. εκεί΄είχε κόσμο ακόμα.

"μεθυσμένοι οι περισσότεροι"

"ζηλεύεις?!"

άφησε και την πλατεία πίσω του.

"σταμάτα!"

συνέχισε τρέχει και μπήκε σε στενά πάλι.

"νομίζω από εδώ είναι"

χάθηκε για λίγο μέσα στα στενά και μετά άρχισε να ανεβαίνει.

κάποια στιγμή βγήκε σε μια μικρή πλατεία. παλιά κτίρια παντού γύρω του. τα περισσότερα έρημα και κακή κατάσταση, ακόμα όμως εντυπωσιακά και ίσως λίγο τρομακτικά μέσα στη νύχτα.

"τώρα προς τα πού?!"

"δεν ξέρω, δε το ακούω πια"

έψαχνε γύρω μπας και βρει κάτι, μήπως του φανερωθεί.


ένα παιδικό γέλιο του τράβηξε την προσοχή. γύρισε το κεφάλι του και είδε ένα παιδάκι να τρέχει προς τα πάνω και να χάνετε σε ένα ακόμη στενό.

έτρεξε και αυτός προς τα εκεί. μπήκε στο στενό και συνέχισε να τρέχει. δεν έβλεπε το παιδί πουθενά, δεν υπήρχε όμως κάπου να στρίψει. στο τέλος του στενού σταμάτησε. εδώ κάπου θα μπορούσε να στρίψει. φώτα δεν είχε η περιοχή και το σκοτάδι κυριαρχούσε και αυτό δυσκόλευε την κατάσταση.

"Να το" το είδε να στρίβει λίγο πιο πάνω. το ακολούθησε. έστριψε και αυτός.

"πάλι χάθηκε"

"όχι, εδώ πρέπει να είναι"

μπροστά έβλεπες θάλασσα και τον καθαρό ουρανό με το φεγγάρι να λάμπει.

έκανε μερικά βήματα. τον δρόμο έκλειναν κάγκελα, υπήρχε όμως ένα άνοιγμα στα αριστερά.

"πρέπει να πέρασε από εδώ"

πέρασε από το άνοιγμα και μπροστά του τώρα υπήρχε μια σκάλα κολλημένη στον αριστερό τοίχο. έφτανε σε ένα πλάτωμα και μετά πήγαινες δεξιά, όπου συνέχιζε μια άλλη σκάλα προς τα κάτω. δεν υπήρχαν προστατευτικά και κάτω από τις σκάλες υπήρχε κενό και μετά βράχια. έφτασε στο πλάτωμα με δυσκολία. τα πέτρινα σκαλοπάτια είχα φαγωθεί από τον καιρό. ήταν άνισα και απότομα. έκανε δεξιά και στάθηκε στην αρχή της δεύτερης σκάλας. αυτή η σκάλα ήταν σαφώς μικρότερη από την πρώτη. σε κάποιο σημείο της κοβόταν απότομα και μετά ήταν η θάλασσα. το φεγγάρι φώτιζε την θάλασσα μπροστά του.

"που μπορεί να πήγε?!"

γύρισε προς τα πίσω και είδε έναν τεράστιο σωλήνα, σαν αποχέτευση. χωρούσε άνετα ένας άνθρωπος εκεί μέσα. το δύσκολο βέβαια ήταν να φτάσει ως εκεί, γιατί μεταξύ του πλατώματος και του σωλήνα υπήρχε μια σχετική απόστασή και φυσικά το κενό και τα βράχια από κάτω.

Γύρισε ξανά προς την θάλασσα "Δεν το καταλαβαίνω"

"ίσως πήδηξε"

ένας θόρυβος πίσω του, μέσα από τον σωλήνα...

"κάτι έρχεται"

"φύγε"

δεν πρόλαβε να αντιδράσει. από τον σωλήνα εκτοξεύτηκε νερό και τον τον πήρε μαζί του. βγήκε με τόση δύναμη που τον έριξε στην θάλασσα.


βγήκε στην επιφάνεια για να αναπνεύσει. "το μαλακισμένο" είπε ανασαίνοντας βαριά.

δεν πήρε όμως όσο αέρα ήθελε. κάτι τον τράβηξε κάτω. χτυπούσε τα χέρια του για να βγει στην επιφάνεια, μάταια όμως. όσο περισσότερο πάλευε για να ξεφύγει, τόσο πιο δύσκολο γινόταν. τώρα κάτι εμπόδιζε και τα χέρια του να κινηθούν

είχε παγιδευτεί και χρειαζόταν επειγόντως οξυγόνο.

ο κρύσταλλος στο στήθος του άρχισε να λάμπει.





ένα μικρο παιδάκι κοιτούσε από το άνοιγμα στα κάγκελα. μόλις τον είδε να πέφτει στη θάλασσα ,το σώμα του τυλίχθηκε στο σκοτάδι της νύχτας και άρχισε να αλλάζει. τώρα μια γυναίκα στεκόταν εκεί. χαμογέλασε! ένα χέρι την τράβηξε και την κόλλησε στον τοίχο.

"τι σου είπα?!" είπε μια εξαγριωμένη αντρική φωνή

"με πονάς" είπε η γυναίκα

"σού είπα να μην τον πειράξεις"

"δεν του έκανα κάτι, απλά παίζω..." την άφησε να διώξει το χέρι του από πάνω της

"το παιχνίδι σου όμως μπορεί να τα καταστρέψει όλα"

"μην ανησυχείς..."

"ανησυχώ, ανησυχώ γιατί η ζήλια σου θολώνει την κρίση σου"

ακούμπησε το σώμα του πάνω της "αφού ξέρεις πως μόνο εσένα θέλω", την φίλησε.

μόλις το φιλί τελείωσε.. "όσο σκέφτομαι ,όμως, ότι ήσουν μαζί του, ότι τον άγγιζες, ότι τον φιλούσες..."

"όλα αυτά τα έκανα για να μπορέσω να τον στρέψω προς την σωστή κατεύθυνση. σου έχω πει ότι υποφέρω να είμαι μαζί του. σκέφτομαι όμως εσένα, σκέφτομαι τι θα κερδίσουμε και παίρνω δύναμη. ότι κάνω το κάνω για εμάς, για σένα"

"εντάξει, δεν θα τον πειράξω ξανά... όταν το βρει όμως..."

"τότε είναι όλος δικός σου"

"ωραία..." δεν ολοκλήρωσε την φράση της. ένας οξύς πόνος στο χέρι την έκοψε... έβγαλε μια κραυγή΄.

"τι συμβαίνει?!" και έπιασε το χέρι που έσφιγγε πάνω της. εκεί υπήρχε ένα κόψιμο, μια πληγή.

"πως έγινε αυτό?!" και οι δυο γύρισαν το κεφάλι τους προς την θάλασσα. κάτι μέσα στα νερά έλαμπε.

"αυτός το έκανε" είπε η κοπέλα με μίσος.

"πολεμά το ξόρκι σου"

"αααααααααααααααΑΑΑΑΑ" και έπεσε κάτω από τον πόνο.

το φως μέσα στην θάλασσα δυνάμωσε. ακολούθησε μια έκρηξη φωτός και νερού και μετά σκοτάδι κυριάρχησε και πάλι στα νερά.


την έπιασε και την βοήθησε να σηκωθεί. "δεν έπρεπε να ασχοληθείς ακόμα μαζί του" και την πήρε μακριά από εκεί...

φύσηξε άνεμος



Έκλεισε την πόρτα από το δωμάτιο της Άννας. Χρειαζόταν ξεκούραση και αυτός ήταν εκεί για να βοηθήσει σε ότι χρειαστεί η φίλη του. Δεν ήξερε τι άλλο να κάνει. Την έβλεπε να υποφέρει και υπέφερε και αυτός μαζί της. Σκεφτόταν ότι κάποια στιγμή η Άννα θα... ΟΧΙ, δεν το άντεχε. Άσχημο να νιώθεις ανήμπορος, άσχημο να ξέρεις ότι υπάρχουν πράγματα που δεν μπορείς να αλλάξεις.

Άναψε ένα τσιγάρο, «στείλε με μαζί της» το παρακάλεσε. «πως θα αντέξω μόνος?!» σκέφτηκε.

Φύσηξε τον καπνό. Παρατηρούσε τα σχέδια που έκανε. Πάντα το έκανε αυτό όταν ήταν μόνος και πολλές φορές έπαιζε μαζί του. Αυτή την φορά απλά τον άφηνε. Ακόμη μια τζούρα και φύσηξε και άλλο καπνό έξω. Σχέδια τρελά, σχήματα, εικόνες... παιχνίδια του μυαλού ίσως, της φαντασίας του. Συνέχισε να παρατηρεί. Τι άλλο θα μπορούσε να δει εκεί μέσα. Δεν είχε κουράγιο να κάνει κάτι άλλο, απλά παρατηρούσε και ο καπνός δεν του χάλαγε χατήρι, χόρευε για αυτόν, άλλαζε, μεταμορφωνόταν. Άπλωσε το χέρι του, ο καπνός το πλησίασε, το τύλιξε.

Χαμογέλασε!

Κούνησε απότομα το χέρι και ο καπνός για μια στιγμή διαλύθηκε, επανήλθε όμως. Άρχισε να γυρίζει, να στροβιλίζεται. Κάτι άκουσε να ακούει, ένας ψίθυρος, μια φωνή από μακριά.

Δεν μπορούσε να ακούσει καθαρά. Το πλησίασε, αλλά και πάλι τίποτα.

Έπρεπε να ακούσει, μάθει. Ένιωθε την ανάγκη να καταλάβει τον καπνό. Δεν τα κατάφερνε!

«μίλησε μου καθαρά» του είπε.

Κανένα αποτέλεσμα.

«μίλησε μου!» και πάλι όμως τίποτα.

«ΜΙΛΗΣΕ ΜΟΥ!!!» απαίτησε αυτή τη φορά. Η μπαλκονόπορτα από το σαλόνι άνοιξε απότομα και άρχισε να φυσά δυνατά. Ο καπνός διαλύθηκε.

Πλησίαζε προς το μπαλκόνι. Μέσα στον άνεμο λέξεις άκουγε. Βγήκε στην βεράντα.

«πες μου» φώναξε, «σε παρακαλώ» και έσκυψε το κεφάλι του. Ο άνεμος δυνάμωσε και κάτι μέσα του ξύπνησε, μια δύναμη! Τον έπνιγε, έπρεπε να την αφήσει, να την ελευθερώσει. Δεν μπορούσε να την συγκρατήσει.

Άφησε να τον κυριεύσει, της δόθηκε!

Λέξεις άκουγε... λόγια μαγικά... η δύναμη μέσα του, η επιθυμία του διατυπωμένη:

μες της νύχτας το σκοτάδι

ο αγέρας μου μιλά

ένα δρόμο, ναι, μου δείχνει

φεύγει πάλι μακριά

βουνά και θάλασσες περνάει

το μυαλό μου οδηγεί

και να το... μαζί του εγώ τρέχω εκεί, το βλέπω...



ο άνεμος κόπασε, μαζί και οι εικόνες που στο μυαλό του έδειξε. Τώρα ήξερε που να πάει, ήξερε τι έπρεπε να βρει.



Κοίταξε γύρω του, πήρε μια βαθιά ανάσα...

«φεύγουμε για Σύρο. Το μαχαίρι είναι εκεί»

έχε τους εχθρούς κοντά σου...


ήταν νύχτα
"πάλι σε αυτόν πας"
"πάλι σε αυτόν πάω"
"το έχεις χάσει κάπως"
"δεν έχω χάσει τίποτα"
"από τότε που τον γνώρισες, δεν ασχολείσαι με κάτι άλλο"
"ασχολούμαι..."
"αδιαφορείς για την τρελή που κυκλοφορεί και είχε προσπαθήσει να σε σκοτώσει, που είχε προσπαθήσει να σκοτώσει εσένα και τη μητέρα σου"
"έχω μάθει να συγχωρώ"
"και πλέον το μόνο που σε ενδιαφέρει είναι το μαχαίρι που βλέπεις στο όνειρο σου"
"κάποιος λόγος θα υπάρχει για το όνειρο αυτό"
"σίγουρα, υπάρχουν όμως άλλα που έχουν προτεραιότητα"
"η Μαρία, όπως ανακάλυψα, είναι πρόγονος μου και η οικογένεια είναι η προτεραιότητα μου"
"συγκεντρώνεσαι υπερβολικά στην Μαρία και αυτό σε κάνει ευάλωτο, σε αφήνει εκτεθειμένο στην τρελή"
"ίσως και να έχεις δίκιο, τώρα όμως πάω στον Αλέξανδρο"
"έχεις παρατηρήσει ότι όποτε κοιμάσαι μαζί του βλέπεις το όνειρο με την Μαρία?!"
"ναι ε?! ίσως με βοηθά να χαλαρώνω, να ανοίγω το μυαλό μου, να..."
"ίσως υπάρχουν περισσότερα από όσα νομίζεις σε αυτόν τον Αλέξανδρο"
"αν υπήρχαν θα τα ήξερα, θα μου τα είχε πει"
"του έχεις τυφλή εμπιστοσύνη και..."
"όπως μου έχει και αυτός. νομίζω πως αρχίζω να τον ερωτεύομαι!!! είχα καιρό να νιώσω έτσι. τελευταία φορά ερωτεύτηκα 3 χρόνια πριν"
"και αν θυμάσαι καλά σε πρόδωσε, σε ξεφτίλισε, σε έκανε σκουπίδι και συνέχισε την ζωή του"
"έτυχε"
"και μετά έχουμε αυτόν που προσπάθησε να σε σκοτώσει"
"τώρα όμως είναι διαφορετικά, είναι η τρίτη και ..."
"...η φαρμακερή!!!!"
"όχι!!! η καλύτερη θα έλεγα"

έστριψε σε ένα στενό για να κόψει δρόμο.

"έχω καθυστερήσει" φώναξε στον εαυτό του.
? "νομίζω πως ήρθες πάνω στην ώρα" μια απροσδιόριστη φωνή ακούστηκε. μόνο μια λάμψη πρόλαβε να δει... χτύπησε πάνω σε ένα τοίχο με δύναμη και έπεσε κάτω ελαφρώς ζαλισμένος.
? "αυτό ήταν"
@ "αποτελείωσε τον"
? "ευχαρίστως" σήκωσε το χέρι της.

δεν κατάλαβε τι έγινε, προσπάθησε να σηκωθεί. γύρισε το κεφάλι του για να δει ποιοι ήταν εκεί. ήταν δυο φιγούρες σκοτεινές, δεν μπορούσε να δει περισσότερα.

? "εσύ?!" είπε μόλις είδε το πρόσωπο του.

η φωνή της άρχισε να ακούγεται όλο και πιο οικεία. η σκιά εξασθενούσε και πλέον...
"Άννα?!"

@ "τον ξέρεις?!"
Άννα "είναι φίλος μου... φίλος"
@ "δεν έχει σημασία. σκότωσε τον..."
το χέρι της είχε μείνει εκεί, είχε παγώσει ολόκληρη. δεν ήξερε τι να κάνει.

"Άννα... εσύ είσαι αυτή που με κυνηγά?!"
Άννα "δεν ήξερα ότι ήσουν εσύ... αν ήξερα..."
"προσπάθησες να σκοτώσεις και την μητέρα μου"
Άννα "δεν ήξερα..."
@ "κάνε αυτό που έχεις ορκιστεί να κάνεις"
Άννα "δεν ξέρω αν μπορώ" κατέβασε το χέρι της.
@ "τότε είσαι καταδικασμένη και θα πάρεις μαζί σου και όλη σου την οικογένεια"

δεν ήξερε τι να κάνει, φαινόταν στο πρόσωπο της η πάλη που είχε μέσα της.
κοίταξε τον φίλο της...
Άννα "συγνώμη" και απότομα τον σημάδεψε με το χέρι της.

δεν πρόλαβε όμως, ένα τηλεκινητικό κύμα πέταξε και τους δύο πίσω. γρήγορα σηκώθηκε πάνω.

@ "μην τον αφήσεις..." δεν πρόλαβε να συνεχίσει. τον χτύπησε με δύναμη σε ένα τοίχο και τον άφησε αναίσθητο.

"η αλήθεια είναι πως δεν θα περίμενα ποτέ να είσαι εσύ"
Άννα "μπορώ να πω το ίδιο"
και οι δυο ήταν μουδιασμένοι, αβέβαιοι για αυτό που γινόταν.

ένας κεραυνός ελευθερώθηκε από την Άννα. γρήγορα έβαλε τα χέρια του μπροστά και ο κεραυνός έπεσε σε ένα αόρατο φράγμα. ένιωθε ότι οι άμυνες της είχαν επανέλθει και πλέον η δύναμη του δεν θα έπιανε πάνω της. κούνησε το χέρι του και ένας κάδος που βρισκόταν στο στενό σηκώθηκε στον αέρα και εκτοξεύτηκε προς την Άννα. ένας κεραυνός ήταν αρκετός για να διαλύσει τον κάδο πριν την πλησιάσει.
Άννα "ήρθα προετοιμασμένη για σένα... όποιος και να είσαι"
ηλεκτρισμός άρχισε να διατρέχει το σώμα της, τα μάτια της είχαν αποκτήσει μια τρομακτική μπλε λάμψη και με μια της κραυγή κύματα ηλεκτρισμού ξεχύθηκαν στο έδαφος. στο πέρασμα τους το έδαφος άνοιγε, καταστρεφόταν. πήδηξε στον αέρα για να αποφύγει την επίθεση της και σαν η βαρύτητα να μην είχε πια λόγο, άρχισε να αιωρείται. δεν το είχε ξανακάνει αυτό. ένας κεραυνός από την Άννα τον πέτυχε και τον πέταξε με δύναμη στο έδαφος.
Άννα "εντυπωσιακό, αλλά όχι αρκετό"
ήταν πιο δυνατός από τον πρώτο που τον χτύπησε. ο ώμος πονούσε τρομερά, εκεί τον είχε πετύχει. ήταν πεσμένος στο έδαφος. η Άννα άρχισε να τον πλησιάζει.
Άννα "να ξέρεις ότι μου είναι πολύ δύσκολο..." ένας ακόμη κεραυνός ετοιμαζόταν καθώς πλησίαζε.
τα πάντα στο στενό άρχισαν να τρέμουν και αυτό γινόταν όλο και πιο έντονο. κοίταξε γύρω της σαστισμένη.
"ούτε για εμένα είναι εύκολο" σηκώθηκε όρθιος, ο κρύσταλλος στο στήθος τους έλαμπε και τα πάντα στο στενό ήταν πλέον στον αέρα. ακόμα και κομμάτια από τον δρόμο ξεκολλούσαν. με μια συγχρονισμένη κίνηση των χεριών του τα πάντα κινήθηκαν εναντίον της, με δύναμη άρχισαν να πέφτουν πάνω της. προσπάθησε να τα αποκρούσει με κεραυνούς, δεν μπορούσε όλα όμως.

ήταν ξαπλωμένη κάτω. πήγε από πάνω της. δεν ήταν πια προστατευμένη, ένιωθε ότι ήταν ευάλωτη στην δύναμη του. αίμα έτρεχε από διάφορα σημεία του σώματος της, δεν μπορούσε να κουνηθεί, πονούσε.
Άννα "τελείωσε με, κάνε το γρήγορα"
"γιατί τα έκανες όλα αυτά?!"
"Σκότωσε με!!!" φώναξε με όση δύναμη είχε.
την κοιτούσε στα μάτια. ήταν φίλη του, από τους ανθρώπους που θεωρούσε οικογένεια του.
"γιατί?!"
Άννα "σκότωσε με" το ζητούσε, τον παρακαλούσε. έκλαιγε!

κάθισε δίπλα της. φωνές άρχισε να ακούει, εικόνες θολές περνούσαν από το μυαλό του. δεν μπορούσε να καταλάβει. την άγγιξε, της έσφιξε το χέρι. έκλεισε τα μάτια του και αφέθηκε σε αυτά που τώρα μπορούσε να ακούσει και να δει.

δεν μπορούσε να το πιστέψει... την κοίταξε! δεν ήξερε πως να αντιδράσει.
Άννα "φαντάζομαι πως ξέρεις το γιατί πλέον"

δεν μίλησε.

Άννα "η οικογένεια μου έχει δεσμευτεί να μην αφήσει τις Επτά Όψεις να ενωθούν ξανά και αν δεν το καταφέρουμε θα πεθάνουμε όλοι. ο όρκος αυτός είναι πλέον το δικό μου βάρος, αν πεθάνω θα πάει στην ανιψιά μου, η οποία είναι μωρό και δεν μπορεί να κάνει τίποτα. οπότε εγώ θα πρέπει να κάνω ότι είναι να γίνει, αν και δεν έχω αρκετό χρόνο..."
"πεθαίνεις"
Άννα "ναι..." χαμογέλασε "έχω καρκίνο..."
"..."
Άννα "οπότε αν δεν με σκοτώσεις εσύ, θα το κάνει αυτό σύντομα"


"αιμορραγείς, πρέπει να πάμε σε ένα νοσοκομείο" την πήρε στα χέρια του και έφυγε από το στενό.


....


στο στενό εμφανίστηκε κάποιος. περπάτησε αργά και σταθερά προς τον αναίσθητο άνδρα.
τον χτύπησε με το πόδι του για να συνέλθει... μετά από λίγο άρχισε να βρίσκει τις αισθήσεις του, άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε τον άνδρα από πάνω του.
@ "όχι... όχι"
- "απλά για να ξέρεις ποιος το έκανε" και τον πυροβόλησε στο κεφάλι.
έκρυψε το όπλο με τον σιγαστήρα και έφυγε, αφήνοντας το πτώμα στο στενό.

φωνές απο το παρελθόν


σιγουρεύτηκε ότι κανείς δεν την είδε και έκλεισε την πόρτα πίσω της. τυλίχθηκε με τον μανδύα της και αθόρυβα χάθηκε μέσα στην νύχτα. είχε αγωνία, ίσως φοβόταν λίγο. "όχι, θα πετύχει" σκέφτηκε. "είσαι σίγουρη?!" μια δεύτερη φωνή μέσα της είπε!
"θα πετύχει"
"τότε γιατί ανησυχείς?!"
"νιώθω παράξενα"
"προαισθάνεσαι κάτι?!"
"μάλλον το αντίθετο. δεν νιώθω τίποτα, προσπαθώ... τίποτα όμως"
"δεν σου έχει συμβεί ξανά κάτι τέτοιο"
"γιαυτό θέλω να βρεθώ γρήγορα με τις υπόλοιπες, ίσως όλες μαζί..."
"έχεις αρχίσει να εξαρτάσαι πολύ από αυτές"
"είμαστε μαζί και έτσι πιο δυνατές"
"είστε μαζί πιο δυνατές επειδή χώρια γίνατε πιο αδύναμες"
"..."
"ξέρεις ότι έχω δίκιο. γύρνα πίσω πριν να είναι πολύ αργά, μην πας στην τελετή"
"δεν μπορώ να τις εγκαταλείψω".
είχε απομακρυνθεί από το σπίτι της και από το χωριό. έβγαλε την κουκούλα της και η πανσέληνος φώτισε το πρόσωπο της.
"το έχω αποφασίσει"
"μπορείς να αλλάξεις γνώμη. το σκέφτεσαι ήδη, αλλιώς δεν θα σου το έλεγα"
"λογικό είναι να το σκέφτομαι, φοβάμαι"
"και ίσως να υπάρχει λόγος! δεν είσαι σίγουρη γιαυτό"
"σταμάτα"
"ξέρω ότι τις θέλεις για να καταφέρεις να αντέξεις τον εαυτό σου, για αυτά όμως που δεν μπορείς να αντέξεις, για αυτά που δεν μπορείς να ελέγξεις, για όλα αυτά είμαι εγώ εδώ"
"δεν είναι αρκετό"
"δεν είναι επειδή δεν θέλεις να είναι. η ένωση σας δεν θα το λύσει αυτό και θα είναι αργά όταν το καταλάβεις"
"πρέπει να το δοκιμάσω"
είχε επιταχύνει το βήμα της, ξαφνικά όμως ένα πόνος στο στομάχι την σταμάτησε. ήταν πολύ έντονος. πέρασε όμως γρήγορα, της άφησε όμως μια αίσθηση απώλειας.
"μην πας, γύρνα πίσω"
"κάτι συμβαίνει... πρέπει να πάω" ήταν απόλυτη!
και άρχισε να τρέχει. είχε περάσει την γέφυρα του ποταμού και ανέβαινε το βουνό.

κάποια στιγμή άρχισε να βλέπει καπνό. είναι ήδη εκεί. συνέχισε να τρέχει και σε λίγο είχε φτάσει στο μέρος όπου γίνονταν οι συναντήσεις τους. υπήρχε η φωτιά στο κέντρο. δέντρα γύρω έκρυβαν το μέρος αυτό και από μακριά δεν φαινόταν η φωτιά.

δίπλα στη φωτιά... "θεέ μου"... έτρεξε κοντά τους. ήταν και οι δύο νεκρές. δάκρυα ήρθαν στα μάτια της. δεν μπορούσε να το πιστέψει. ποιος θα έκανε κάτι τέτοιο?!

"Μαρία..." άκουσε πίσω της. σηκώθηκε και γύρισε.
Μαρία "είναι νεκρές!!! νόμισα πως και εσύ..." έκανε να πλησιάσει, σταμάτησε όταν είδε ένα ματωμένο μαχαίρι στο χέρι της.
Μαρία "...τι συμβαίνει?!"
"τίποτα το ιδιαίτερο"
Μαρία "εσύ το έκανες?!"
"θα σου έλεγα όχι, ότι τις βρήκα έτσι, αλλά βαριέμαι να μπω σε αυτή την διαδικασία. ειδικά τώρα που τελειώνω"
τα δάκρυα συνέχιζαν να τρέχουν.
Μαρία "γιατί?!"
"μη ρωτάς ανοησίες, αφού είδες με τι τις σκότωσα"
Μαρία "και σκότωσες?! τις φίλες σου, τις αδελφές σου?!"
"η αλήθεια είναι πως στην αρχή είχα τις αμφιβολίες μου, αλλά όχι πια", άπλωσε το χέρι της και στη παλάμη της μια φλόγα δημιουργήθηκε.
"εντυπωσιακό!!! και έχω τον απόλυτο έλεγχο, δεν χρειάζομαι εσάς για να ελέγχω τα στοιχεία... αν και μου έχεις μείνει εσύ. αγωνιώ για το τι θα μου δώσει η δικιά σου ψυχή, η δικιά σου μαγεία" έκλεισε την παλάμη της και η φωτιά έσβησε.
η Μαρία ένωσε τα χέρια της μπροστά της. αέρας σηκώθηκε και άρχισε να σπρώχνει την δολοφόνο.
"δεν θα είναι αρκετό" με το χέρι της έδειξε την Μαρία.
δεν μπορούσε να αναπνεύσει, κάτι την εμπόδιζε. έπεσε στα γόνατα της.

την πλησίασε και την έπιασε από τα μαλλιά. τράβηξε το κεφάλι της πίσω και με το μαχαίρι την σκότωσε. άφησε το άψυχο σώμα της να πέσει κάτω.

"συγνώμη" είπε.
τότε μια φωνή μέσα της μίλησε... "μην ζητάς συγνώμη. πήρες ότι ήθελες, δεν τελείωσε όμως..." το χέρι της έστρεψε το μαχαίρι πάνω της και την έσφαξε. έπεσε και αυτή νεκρή.


πετάχτηκε από το κρεβάτι και έπιασε τον λαιμό του. ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα, η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή. κοίταξε γύρω του για να βεβαιωθεί που ήταν. "όνειρο ήταν" σκέφτηκε.
"ναι, αλλά δικό σου όνειρο... επομένως...".
κοίταξε δίπλα στο κρεβάτι. κοιμόταν!
"ευτυχώς δεν ξύπνησε"
"αφού κοιμάται σαν βόδι, δεν καταλαβαίνει τίποτα"
"και τον ζηλεύω για αυτό" χαμογέλασε ενώ τον κοιτούσε.
"τι τον κρατάς?!"
"με κάνει να νιώθω ασφαλής, ήρεμος"
"πάρε σκύλο, δεν θα μιλάει κιόλας"
"και κάνει τρομερό σεξ"
"πάρε άλογο" χαμογέλασε.
"από αύριο θα προβληματιστώ για το όνειρο" , ξάπλωσε πάνω στο γυμνό κορμί του άνδρα δίπλα του και κοιμήθηκε ξανά.